Ανησυχητική Έλλειψη Παθολόγων στην Ελλάδα
Η έλλειψη παθολόγων είναι έντονα αισθητή τόσο σε νοσοκομεία όσο και στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, με τις ανάγκες του πληθυσμού να αυξάνονται συνεχώς και η πίεση να γίνεται ολοένα πιο ασφυκτική. Οι κενές θέσεις στα δημόσια νοσοκομεία επηρεάζουν άμεσα την ποιότητα της ιατρικής φροντίδας που παρέχεται στους ασθενείς,ενώ παρατηρείται επίσης μια αυξανόμενη ζήτηση για ειδικούς παθολόγους σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Στην Ελλάδα,στο πλαίσιο της ανάπτυξης ενός ισχυρού συστήματος Πρωτοβάθμιας,Δευτεροβάθμιας και Τριτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας,η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να δώσει προτεραιότητα στη συγκεκριμένη κατάσταση.Πριν από περίπου ένα χρόνο εισήγαγε οικονομικά κίνητρα για νέους γιατρούς προκειμένου να επιλέξουν την ειδικότητα της Εσωτερικής Παθολογίας. Συγκεκριμένα,προσφέρει εφάπαξ ποσό 40.000 ευρώ στους νέους που θα επιλέξουν ειδικότητα στη Γενική/Οικογενειακή Ιατρική ή στην Εσωτερική Παθολογία. Το ποσό αυτό καταβάλλεται σε δύο δόσεις: τα ⅔ κατά την έναρξη της εκπαίδευσης και το ⅓ με την ολοκλήρωση της ειδικότητας. Ωστόσο, απαιτείται υποχρεωτική παραμονή σε δημόσιες δομές υγείας όπου υπάρχουν κενές θέσεις χωρίς λίστες αναμονής.
Παρά τις προσπάθειες αυτές από την κυβέρνηση, οι αντιδράσεις των νέων γιατρών δείχνουν ότι τα μέτρα δεν είναι αρκετά αποτελεσματικά. Η Κατερίνα Στούπα, μια νέα γιατρός που κάνει πρακτική άσκηση στη Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης και αναμένει να ξεκινήσει τη διαδικασία εκπαίδευσής της στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, μοιράζεται τις σκέψεις της σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νεότεροι συνάδελφοί της παρά τα οικονομικά κίνητρα του Υπουργείου Υγείας.
“Μου αρέσει η παθολογία γιατί μου δίνει τη δυνατότητα να συνεργάζομαι στενά με τους ασθενείς και τους συναδέλφους μου.” λέει η Κατερίνα Στούπα “Ωστόσο δεν θεωρώ ότι τα οικονομικά κίνητρα είναι επαρκή.”
Η ίδια σημειώνει ότι οι όροι του κινήτρου των 40.000 ευρώ είναι πολύ περιοριστικοί: απαιτείται πέντε χρόνια παραμονής σε δημόσιο νοσοκομείο μετά την ολοκλήρωση των σπουδών καθώς και τοποθέτηση στις περιφερειακές μονάδες υγειονομικής περίθαλψης – κάτι που απομακρύνει πολλούς νέους από το πρόγραμμα αυτό.
“Δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω τη Θεσσαλονίκη ή να δεσμευτώ στο Δημόσιο για τόσα χρόνια,” προσθέτει.
Επιπλέον τονίζει πως οι συνθήκες εργασίας στα νοσοκομεία είναι εξαιρετικά δύσκολες: “Είναι αδύνατον ένας άνθρωπος να εργάζεται συνεχώς επί 36 ή 40 ώρες χωρίς σωστή αποζημίωση,” υπογραμμίζει.
Από την πλευρά του ο πρόεδρος της ΕΕΠΕ Ευάγγελος Τούλης επιβεβαιώνει αυτήν τη δυσαρέσκεια λέγοντας πως οι συνθήκες εργασίας αλλάζουν αρνητικά τον τρόπο σκέψης των νέων γιατρών σχετικά με την επιλογή τους στον τομέα αυτόν:
“Οι παθολόγοι καλούνται συχνά να διαχειρίζονται πολύ περισσότερη δουλειά συγκριτικά με άλλες ειδικότητες αλλά η αμοιβή τους δεν αντικατοπτρίζει αυτήν τη πραγματικότητα,” δηλώνει ο κύριος Τούλης.
Ο ίδιος ζητά περισσότερες προσλήψεις ώστε όχι μόνο οι παθολογικές θέσεις αλλά κι άλλες σχετικές ειδικότητες όπως ακτινολόγοι ή καρδιολόγοι θα πρέπει επίσης ν’ αναγνωριστούν ως σημαντικές μέσα στις κλινικές δομές.
“Η εκπαίδευση πρέπει ν’ αναβαθμιστεί καθώς μέχρι σήμερα παραμένει υποβαθμισμένη,” καταλήγει ο κύριος Τούλης.
