Ελληνική Οικονομία: Ανθεκτική σε Εξωτερικά Σοκ και με Πτωτική Τάση στο Χρέος – Εκτιμήσεις για Ανάπτυξη

Η ελληνική οικονομία επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι σε εξωτερικά σοκ, όπως αυτό που προκαλεί ο πόλεμος, διατηρώντας την πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους και συνεχίζοντας την ανάπτυξή της. Αυτές είναι οι εκτιμήσεις διεθνών οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης και οικονομικών οργανισμών, όπως προκύπτει από εκθέσεις τους που δημοσιεύθηκαν τον Μάρτιο.

Οίκοι όπως οι Moody’s, DBRS και Scope επιβεβαίωσαν την επενδυτική βαθμίδα της Ελλάδας και τις θετικές προοπτικές για την πιστοληπτική της ικανότητα, παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την εκρηκτική αύξηση των τιμών ενέργειας και πρώτων υλών, ως συνέπεια του πολέμου.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) επισήμανε ότι «η Ελλάδα βρίσκεται σε καλή θέση για να αντιμετωπίσει εξωτερικά σοκ, καθώς η κατάσταση των δημοσίων οικονομικών συνεχίζει να ενισχύεται. Αυτό φαίνεται από την ταχεία μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, και τη δημοσιονομική πολιτική που προσαρμόζεται κατάλληλα για να στηρίξει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και την προσιτή απόκτηση κατοικίας». Επιπλέον, το ΔΝΤ τόνισε ότι η βελτίωση των δημοσίων οικονομικών «επιτρέπει στην Ελλάδα να ανταπεξέλθει σε εξωτερικούς αντίθετους ανέμους, στηρίζοντας παράλληλα τη βιώσιμη ανάπτυξη και μειώνοντας περαιτέρω το χρέος της».

Σύμφωνα με την έκθεση του Moody’s, οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας μετά την πανδημία συνεχίζουν να ξεπερνούν τις προσδοκίες και παραμένουν το βασικό ισχυρό σημείο στην πιστοληπτική της αξιολόγηση. Τα πρωτογενή πλεονάσματα στον προϋπολογισμό ήταν σημαντικά υψηλότερα από τους στόχους τα τελευταία δύο χρόνια – προβλέπονται στο 4,7% του ΑΕΠ για το 2024 και στο 4,4% για το 2025. Αυτό οφείλεται στην ανάπτυξη της οικονομίας με ρυθμό άνω του 2%, στη σταθερή μείωση της φοροδιαφυγής και στον αποτελεσματικό έλεγχο των δημοσίων δαπανών. Αυτά τα πλεονάσματα, σε συνδυασμό με την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων προς τις χώρες της Ευρωζώνης (στο πλαίσιο του πρώτου μνημονίου της προηγούμενης δεκαετίας) και τη σημαντική αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, έχουν οδηγήσει σε ραγδαία μείωση του δημόσιου χρέους, από το υψηλό επίπεδο του 210% του ΑΕΠ το 2020, στο εκτιμώμενο 145% για το 2025.

Οι εκτιμήσεις των διεθνών οίκων και του ΔΝΤ συγκλίνουν στο ότι η πρόοδος στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και η συνετή διαχείριση των δημόσιων δαπανών θα συνεχίσουν να οδηγούν σε πρωτογενή πλεονάσματα και τα επόμενα χρόνια. Συγκεκριμένα, το ΔΝΤ προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,6% για το τρέχον έτος και 2,75% μεσοπρόθεσμα, κάτι που θα συμβάλει στη μείωση του δημόσιου χρέους στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031. Ο Moody’s εκτιμά ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα παραμείνουν πάνω από 3% το 2026-2027, οδηγώντας σε μείωση του χρέους στο 140% έως το 2027.

Ο οίκος Scope προβλέπει ταχεία μείωση του χρέους στο 127% του ΑΕΠ έως το 2030. Στη συνέχεια, αναμένει επιβράδυνση του ρυθμού μείωσης, με το χρέος να φτάνει στο 120% το 2035, εξαιτίας των επιπτώσεων της γήρανσης του πληθυσμού και της ενδεχόμενης επιβράδυνσης της οικονομικής ανάπτυξης.

«Η μακροοικονομική επίδοση της Ελλάδας παραμένει ισχυρή και γενικά ευθυγραμμίζεται με τις προσδοκίες μας για βιώσιμη ανάπτυξη, με τις επενδύσεις να βρίσκονται στην αιχμή», σημείωσε ο Moody’s. Πρόσθεσε ότι η σύνθεση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας είναι όλο και πιο ευνοϊκή για την πιστοληπτική ικανότητα, καθώς οι ιδιωτικές επενδύσεις αποτελούν τον κύριο μοχλό της ανάκαμψης τα τελευταία χρόνια.

Οι Μεσοπρόθεσμες Προβλέψεις

Οι οίκοι αξιολόγησης και το ΔΝΤ αναμένουν επιβράδυνση της ρυθμού ανάπτυξης από το 2027 ή το 2028, καθώς θα ολοκληρώνονται οι επενδύσεις και τα προγράμματα του Ταμείου Ανάπτυξης. Ωστόσο, θεωρούν ότι το ΑΕΠ θα συνεχίσει να αυξάνεται με ρυθμό που θα διατηρεί την πτωτική τάση του χρέους. Ο DBRS προβλέπει μέσο ρυθμό ανάπτυξης 1,75% έως το 2030, ενώ το ΔΝΤ προβλέπει 1,8% για το τρέχον έτος και 1,5% μεσοπρόθεσμα, τονίζοντας την πρόσφατη πρόοδο στην αντιμετώπιση χρόνιων διαρθρωτικών εμποδίων στην ανάπτυξη.

Η βασική προσέγγιση των οίκων είναι ότι θα χρειαστεί χρόνος για την αντιμετώπιση χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων, όπως το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και η περιορισμένη αύξηση της παραγωγικότητας. Στις συστάσεις του, το ΔΝΤ τόνισε την ανάγκη για ενίσχυση του ψηφιακού μετασχηματισμού του ιδιωτικού τομέα, περαιτέρω μείωση των ρυθμιστικών και διοικητικών βαρών για την τόνωση της επιχειρηματικής ανάπτυξης και παραγωγικότητας, βελτίωση των κινήτρων για εργασία, καθώς και στοχευμένες πολιτικές στην αγορά εργασίας και προγράμματα δια βίου μάθησης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *