Η διαδικασία της μεταφοράς χρημάτων και της υποβολής της δήλωσης για τις χρηματικές γονικές παροχές έχει μετατραπεί σε ένα αδιέξοδο, καθώς η ΑΑΔΕ ακολουθεί πρακτικές που έρχονται σε αντίθεση με μια πρόσφατη δικαστική απόφαση. Παρόλο που το δικαστήριο έχει κρίνει ότι η μεταφορά των χρημάτων σε περίπτωση γονικής παροχής μπορεί να γίνει και μετά την υποβολή της φορολογικής δήλωσης, οι αρμόδιες ΔΟΥ επιβάλλουν φόρο σε όσους δεν καταφέρνουν να συγχρονίσουν αυτές τις δύο ενέργειες. Το μήνυμα που λαμβάνουν οι φορολογούμενοι είναι σαφές: είτε να συγχρονίσουν άμεσα τη μεταφορά με την υποβολή της δήλωσης για να αποφύγουν την επιβολή φόρων, είτε να προετοιμαστούν για δικαστικές διαμάχες για τη διαγραφή των προστίμων.
Το αλαλούμ στην πράξη
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συνέβη στις 14 Ιανουαρίου 2024, όταν υποβλήθηκε ψηφιακά, μέσω της πλατφόρμας «myProperty», δήλωση φόρου γονικής παροχής για ένα χρηματικό ποσό 35.000 ευρώ, από γονέα προς την κόρη του, με αρμοδιότητα τη ΔΟΥ Ζακύνθου. Ωστόσο, η τραπεζική μεταφορά των χρημάτων ολοκληρώθηκε δύο ημέρες αργότερα, στις 16 Ιανουαρίου 2024. Κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών τον Απρίλιο του ίδιου έτους, η Δ.Ο.Υ. Ζακύνθου εντόπισε αυτή τη χρονική απόκλιση. Ερμηνεύοντας αυστηρά το ισχύον πλαίσιο, η Εφορία θεώρησε ότι την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης (14/1) δεν είχε γίνει η μεταφορά των χρημάτων. Ως εκ τούτου, δεν αναγνώρισε την απαλλαγή από τον φόρο και τον Σεπτέμβριο του 2025 προχώρησε στην επιβολή φόρου 10% επί του ποσού των 35.000 ευρώ.
Η φορολογούμενη προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, με το επιχείρημα ότι η μεταφορά, αν και καθυστέρησε 48 ώρες, αφορούσε ξεκάθαρα την εν λόγω γονική παροχή, χωρίς να προκύπτει αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας. Η ΔΕΔ, με την υπ’ αριθμόν 238/2026 απόφασή της (20 Ιανουαρίου 2026), απέρριψε την προσφυγή, επικαλούμενη τη σχετική εγκύκλιο του διοικητή της ΑΑΔΕ, η οποία όριζε ότι η δήλωση πρέπει να υποβάλλεται ταυτόχρονα με την παράδοση των χρημάτων. Καθώς στη συγκεκριμένη περίπτωση η δήλωση είχε προηγηθεί της τραπεζικής κίνησης, η φορολογική αρχή έκρινε σωστή την επιβολή του φόρου.
Διαφορετική οπτική από το δικαστήριο
Λίγες μόλις ημέρες νωρίτερα, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με απόφαση που δόθηκε στη δημοσιότητα στις αρχές Ιανουαρίου, έλαβε μια εντελώς διαφορετική θέση σε μια παρόμοια υπόθεση. Συγκεκριμένα, με την υπ’ αριθμ. 1703/2025 απόφασή του, ακύρωσε την επιβολή φόρου ύψους 7.700 ευρώ για γονική παροχή 77.000 ευρώ, η οποία είχε προοριστεί για την αγορά πρώτης κατοικίας. Στην περίπτωση αυτή, η δήλωση είχε υποβληθεί στις 21 Ιανουαρίου 2022 και η τραπεζική μεταφορά πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες αργότερα, στις 28 Ιανουαρίου 2022. Η εφορία είχε υποστηρίξει ότι η μεταγενέστερη μεταφορά χρημάτων ακυρώνει την απαλλαγή έως 800.000 ευρώ και επέβαλε φόρο 10%.
Το δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε ότι η μεταφορά έγινε εντός εύλογου και σύντομου χρονικού διαστήματος, ότι η χρήση των χρημάτων αποδείχθηκε πλήρως και ότι η σχετική εγκύκλιος της ΑΑΔΕ (Ε2077/2022) δεν έχει κανονιστική ισχύ, καθώς αποτελεί εσωτερικό έγγραφο οδηγιών και όχι δεσμευτικό κανόνα δικαίου. Κατά συνέπεια, αναγνώρισε την εφαρμογή της απαλλαγής και ακύρωσε το πρόστιμο. Δεδομένης αυτής της σαφούς απόκλισης μεταξύ της θέσης της ΑΑΔΕ και της δικαστικής απόφασης, είναι επιτακτική ανάγκη το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών να παρέμβει για την αποσαφήνιση του ζητήματος, προκειμένου να τερματιστούν οι αδικαιολόγητες αντιδικίες μεταξύ φορολογουμένων και φορολογικής αρχής.
