Με σφοδρή επίθεση κατά της κυβέρνησης και προσωπικά κατά του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς, Αλέξης Χαρίτσης, από το βήμα της Ολομέλειας, κατηγόρησε το Μέγαρο Μαξίμου ότι αντιμετωπίζει την κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή «παρεμπιπτόντως», στο περιθώριο συζήτησης ενός νομοσχεδίου, ενώ η χώρα εισέρχεται σε ζώνη υψηλού κινδύνου.
Ο κ. Χαρίτσης ξεκίνησε την ομιλία του αναφερόμενος στη δικαστική απόφαση που, όπως τόνισε, σφραγίζει οριστικά ότι η Χρυσή Αυγή είναι εγκληματική οργάνωση, χαρακτηρίζοντας την απόφαση «οξυγόνο για τη Δημοκρατία και το κράτος δικαίου». Απέδωσε τη νίκη αυτή σε «μια ολόκληρη κοινωνία που αντιστάθηκε», απορρίπτοντας κάθε απόπειρα της κυβέρνησης να την παρουσιάσει ως κομματική επιτυχία.
Στη συνέχεια, εστίασε στην «επικίνδυνη κλιμάκωση» στη Μέση Ανατολή, καταγγέλλοντας ότι υπουργοί αντιμετωπίζουν τον πόλεμο «σαν video game». Για τον πρωθυπουργό, ανέφερε ότι δείχνει να ανησυχεί περισσότερο για την κριτική «από τα δεξιά» και για έναν «διαγωνισμό πατριδοκάπηλης πλειοδοσίας» παρά για την ουσιαστική αντιμετώπιση της κρίσης.
Ο Αλέξης Χαρίτσης υπενθύμισε ότι είχε ζητήσει προ ημερησίας συζήτηση στη Βουλή, ενώ ανακοίνωσε πως μαζί με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Σωκράτη Φάμελλο, κατέθεσαν αίτημα για άμεση σύγκληση Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών. Στόχος του αιτήματος είναι η θεσμική ενημέρωση για ζητήματα που απαιτούν διακριτικότητα και δεν μπορούν να συζητηθούν δημόσια. Κατηγόρησε τον κ. Μητσοτάκη ότι αποφεύγει την θεσμική διαδρομή και περιορίζεται σε αποσπασματικές αναφορές για τον πόλεμο «στο περιθώριο» των κοινοβουλευτικών συζητήσεων.
Κεντρικός άξονας της παρέμβασής του ήταν η ανάγκη να τεθούν «κόκκινες γραμμές» για την πιθανή εμπλοκή της Ελλάδας. Ο κ. Χαρίτσης δήλωσε ότι περίμενε από τον πρωθυπουργό μια ξεκάθαρη δέσμευση: πως η βάση της Σούδας και οι στρατιωτικές υποδομές της χώρας δεν θα χρησιμοποιηθούν για επιχειρήσεις εκτός του πλαισίου του ΝΑΤΟ. Παρέπεμψε στο παράδειγμα του Ισπανού πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος, όπως σημείωσε, έθεσε ρητούς περιορισμούς στη χρήση ισπανικών βάσεων για επιχειρήσεις εκτός ΟΗΕ.
Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι έχει επιλέξει τη γραμμή του «δεδομένου συμμάχου» και της «συμμαχίας των προθύμων», αδυνατώντας να καταδικάσει μια επίθεση που, όπως ανέφερε, παραβιάζει τον Χάρτη του ΟΗΕ και διαλύει στην πράξη τη διεθνή νομιμότητα. Υποστήριξε ότι η επίθεση κατά του Ιράν δεν υπηρετεί τον εκδημοκρατισμό, αλλά ανατρέπει τη διπλωματία και επαναφέρει το αφήγημα της «αλλαγής καθεστώτος», κάτι που, όπως θύμισε, έχει κοστίσει ακριβά στους λαούς στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Συρία και τη Λιβύη.
Ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς χαρακτήρισε την επέμβαση μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής «αναδιαμόρφωσης ισχύος», με στόχο τον έλεγχο ζωνών επιρροής και τη «διάλυση» κρατών που δεν εντάσσονται στη δυτική αρχιτεκτονική. Ειδικά για το Ισραήλ, δήλωσε ότι «δεν είναι ο αμυνόμενος» αλλά ο επιτιθέμενος, και ότι η δράση του από τη Γάζα έως τον Λίβανο βασίζεται σε «μεθόδους γενοκτονίας» και «εγκλήματα πολέμου». Κατήγγειλε την κυβέρνηση ότι υιοθετεί μια ρητορική «αυτοάμυνας» που νομιμοποιεί την κλιμάκωση.
Στην τοποθέτησή του, επέμεινε ότι η Ελλάδα – χώρα που παραδοσιακά επικαλείται το διεθνές δίκαιο για τα δικά της κρίσιμα συμφέροντα – δεν έχει κανένα περιθώριο να συναινεί στην κατάλυσή του. Θέτοντας το ερώτημα «είναι ιδεοληψία ο σεβασμός στη νομιμότητα;», προειδοποίησε ότι η διεθνής τάξη μετατρέπεται σε «ζούγκλα ισχύος», με άμεσους κινδύνους και για την Ελλάδα.
Σήκωσε επίσης τους τόνους για την «αντιφατική εικόνα» της κυβέρνησης: διαφορετικές δηλώσεις δημοσίως, διαφορετικές επιχειρησιακές κινήσεις, με αναφορές σε αύξηση επιφυλακής στη Σούδα και ανάπτυξη μέσων. Έκανε ειδική μνεία και στην αποστολή δυνάμεων στην Κύπρο, επισημαίνοντας την έλλειψη ενημέρωσης των πολιτικών δυνάμεων για αυτές τις κινήσεις. Προειδοποίησε πως ούτε η Ελλάδα ούτε η Κύπρος πρέπει να «διολισθήσουν» στον πόλεμο και ζήτησε να αποσαφηνιστεί «ποια είναι η κόκκινη γραμμή» πέρα από την οποία θεωρείται ότι η χώρα εμπλέκεται ενεργά.
Τέλος, άφησε αιχμές για «εκτός προγράμματος» επαφές της ελληνικής διπλωματίας με κορυφαίους Αμερικανούς αξιωματούχους και για δηλώσεις περί «συνδιαμόρφωσης εξελίξεων», θέτοντας το ερώτημα αν η Ελλάδα «συνδιαμορφώνει» στρατηγική πολέμου. Ειδική αναφορά έκανε και σε πληροφορίες περί συζητήσεων για γαλλική «πυρηνική ομπρέλα» και πιθανή εγκατάσταση πυρηνικών κεφαλών, καταγγέλλοντας ότι τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να διακινούνται χωρίς θεσμική ενημέρωση.
