Μόλις έξι μήνες μετά την επίτευξη μιας δύσκολα διαπραγματευθείσας εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει εκ νέου μια περίοδο αβεβαιότητας σχετικά με την επιβολή αμερικανικών δασμών. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει όλους τους ανταποδοτικούς δασμούς που είχαν επιβληθεί με προεδρικά διατάγματα από τον Ντόναλντ Τραμπ, επικαλούμενο τον νόμο του 1977 για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (International Emergency Economic Powers Act, IEEPA), άνοιξε ουσιαστικά ένα νέο κεφάλαιο.
Η αμερικανική κυβέρνηση, αμέσως μετά την απόφαση, διαβεβαίωσε ότι θα αξιοποιήσει άλλες νομικές οδούς για την εφαρμογή της δασμολογικής της πολιτικής. Σε σχετική ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου, τόνισε επίσης ότι οι εμπορικές συμφωνίες που έχουν συναφθεί με την ΕΕ και άλλες χώρες, όπως η Βρετανία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, θα παραμείνουν σε ισχύ, ζητώντας από τις αντισυμβαλλόμενες χώρες τον σεβασμό τους. Ωστόσο, λόγω της αλλαγής του νομικού πλαισίου, η θέση αυτών των συμφωνιών παραμένει αβέβαιη, οδηγώντας το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην αναστολή της διαδικασίας επικύρωσης της συμφωνίας μέχρι την πλήρη διαλεύκανση της κατάστασης.
Οι εναλλακτικές δυνατότητες που έχει η αμερικανική κυβέρνηση για την επιβολή δασμών αποτελούν ένα πολύπλοκο παζλ για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στόχος της είναι να διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή προς το δυσμενέστερο των όρων της συμφωνίας του περασμένου Αυγούστου (γνωστής και ως συμφωνίας του Τέρνμπερι), στην οποία έχουν ήδη προσαρμοστεί οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Ήδη από την προηγούμενη Τρίτη, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ δεν υπόκεινται πλέον στους δασμούς 15% που προβλέπονταν για την πλειονότητα των προϊόντων βάσει της συμφωνίας του Τέρνμπερι. Τη θέση τους έχει πάρει ένας νέος οριζόντιος δασμός 10%, ο οποίος επιβάλλεται βάσει του νόμου για το εμπόριο των ΗΠΑ του 1974 (άρθρο 122). Αυτός ο νόμος επιτρέπει την εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου για 150 ημέρες, εφόσον υφίστανται σοβαρά προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών. Οποιαδήποτε παράταση πέραν του πενταμήνου απαιτεί την έγκριση του Κογκρέσου.
Στο συντελεστή 10% προστίθενται, ωστόσο, και οι δασμοί που ενδεχομένως ίσχυαν πριν την εμπορική συμφωνία, οι οποίοι διαφέρουν ανάλογα με το προϊόν και ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 3%-4%. Αυτό σημαίνει ότι για ορισμένα προϊόντα η συνολική επιβάρυνση θα είναι ελαφρώς χαμηλότερη σε σχέση με το προηγούμενο εξάμηνο, ενώ για άλλα θα είναι ελαφρώς υψηλότερη. Μια βασική αβεβαιότητα είναι κατά πόσο η πρόθεση του Τραμπ να αυξήσει τον ενιαίο συντελεστή στο 15% – το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό βάσει του άρθρου 122 – θα ισχύσει και για τα ευρωπαϊκά προϊόντα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων θα αντιμετώπιζε μια δυσμενέστερη κατάσταση.
Ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ για το εμπόριο, Τζέιμσον Γκριρ, δήλωσε πάντως την Τετάρτη ότι ο συντελεστής 15% θα αφορά μόνο ορισμένες χώρες, υπονοώντας ότι δεν θα εφαρμοστεί για τις χώρες με τις οποίες υπάρχει εμπορική συμφωνία. Ωστόσο, παραδέχθηκε ότι υπάρχουν νομικές δυσκολίες στη διατύπωση του σχετικού διατάγματος, το οποίο θα πρέπει να διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην αμφισβητηθεί νομικά. Συνεπώς, απομένει να φανεί αν θα βρεθεί μια φόρμουλα που θα αποκαταστήσει, σε κάποιο βαθμό, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων έναντι εκείνων χωρών που δεν έχουν εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ.
Η αβεβαιότητα, όμως, δεν σταματά εδώ, καθώς το καθεστώς που ισχύει από την προηγούμενη Τρίτη αναμένεται να είναι προσωρινό. Θεωρείται απίθανο το Κογκρέσο να συμφωνήσει στην παράτασή του, δεδομένης της αρνητικής στάσης όχι μόνο των Δημοκρατικών αλλά και πολλών Ρεπουμπλικανών στελεχών απέναντι στους δασμούς. Γι’ αυτό και ο Τραμπ δήλωσε στην ομιλία του στο Κογκρέσο ότι δεν θα ζητήσει τέτοια έγκριση. Αντ’ αυτού, σκοπεύει να χρησιμοποιήσει άλλες διατάξεις νόμων για την επιβολή δασμών σε πιο μακροπρόθεσμη βάση, οι οποίοι όμως θα έχουν διαφορετική αιτιολογική βάση.
Οι δυνατότητες που έχει είναι κατά βάση δύο:
Πρώτον, να επιδιώξει την επιβολή επιπλέον κλαδικών δασμών – όπως έχει ήδη κάνει με τον χάλυβα, το αλουμίνιο και τα αυτοκίνητα – βάσει του άρθρου 232 του Νόμου για την Επέκταση του Εμπορίου από το 1962, που αφορά σε λόγους εθνικής ασφάλειας. Στην κατηγορία αυτή ενδέχεται να περιληφθούν σημαντικά για την ΕΕ προϊόντα, όπως τα μηχανήματα. Οι Βρυξέλλες, λοιπόν, πρέπει να διασφαλίσουν την τήρηση του πνεύματος της διμερούς συμφωνίας για μη επιβολή πρόσθετων δασμών, αλλά και την επιδίωξη μείωσης ή κατάργησης των υφιστάμενων σήμερα κλαδικών δασμών. Αναφορικά με τους δασμούς 50% που ισχύουν για τις εξαγωγές χάλυβα και αλουμινίου, δημοσιεύματα αναφέρουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση σκοπεύει να τους μειώσει, καθώς έχουν οδηγήσει σε αύξηση του κόστους στη χώρα.
Δεύτερον, η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί να προχωρήσει σε έρευνες, βάσει του άρθρου 301 του νόμου του 1974 για το εμπόριο. Αυτές οι έρευνες θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επιβολή δασμών ή άλλων εμπορικών περιορισμών σε περιπτώσεις «αδικαιολόγητων, διακριτικών και επιβαρυντικών πολιτικών ή πρακτικών» από εμπορικούς εταίρους. Τέτοιους δασμούς έχουν επιβάλει τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ στην Κίνα. Ο Γκριρ δήλωσε ότι το άρθρο αυτό θα εφαρμοστεί για τους περισσότερους μεγάλους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, και ειδικότερα σε τομείς όπως η τιμολόγηση φαρμάκων, η διακριτική μεταχείριση εις βάρος αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών και η φορολογία ψηφιακών υπηρεσιών. Η Κομισιόν είναι σε ετοιμότητα για να αποκρούσει και ενδεχόμενους τέτοιους δασμούς.
ΑΠΕ-ΜΠΕ
