Σύμφωνα με μια νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει επιδείξει επαρκή δράση για την άρση των σημαντικών και διαχρονικών εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στην παροχή υπηρεσιών προς άλλα κράτη μέλη της Ένωσης.
Ο θεσμός που επιβλέπει τα οικονομικά της ΕΕ, όπως αναφέρεται στην σχετική ανακοίνωση, επικρίνει την Επιτροπή για την έλλειψη σαφών στόχων και στρατηγικής βούλησης. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζει ότι και τα κράτη μέλη φέρουν ευθύνη, καθώς υπονομεύουν την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς μέσω των κανονιστικών ή διοικητικών μέτρων που υιοθετούν. Ο εν λόγω έλεγχος έρχεται να συμπληρώσει κρίσιμες μελέτες όπως η έκθεση Ντράγκι για το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και η έκθεση Λέττα για το μέλλον της ενιαίας αγοράς, αμφότερες δημοσιευμένες το 2024.
Ο τομέας των υπηρεσιών, που περιλαμβάνει κλάδους από τις κατασκευές και τις μεταφορές έως την αρχιτεκτονική, την πληροφορική και την απασχόληση, συνεισφέρει περίπου το 70% στην οικονομική παραγωγή (ΑΕΠ) των χωρών της ΕΕ. Παρόλα αυτά, μόλις το 20% των υπηρεσιών παρέχεται διασυνοριακά. Όπως επισημαίνεται και στην έκθεση Λέττα, απαιτείται η άρση σημαντικών εμποδίων για να αξιοποιηθεί πλήρως το δυναμικό της ενιαίας αγοράς υπηρεσιών. Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκονται οι σημαντικές διαφορές στις εθνικές απαιτήσεις αδειοδότησης και πιστοποίησης, οι αποκλίνοντες εθνικοί κανόνες, οι δυσχερείς γραφειοκρατικές διαδικασίες και οι περιορισμοί στην κινητικότητα εργαζομένων στο εξωτερικό. Αυτά τα εμπόδια καθιστούν εδώ και χρόνια την παροχή υπηρεσιών εκτός συνόρων μια δαπανηρή και δυσχερή υπόθεση.
«Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που επιθυμούν να προσφέρουν υπηρεσίες σε διασυνοριακό επίπεδο συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν έναν Γολγοθά», δήλωσε ο Hans Lindblad, Μέλος του ΕΕΣ και αρμόδιος για τον έλεγχο. «Οι προσπάθειες της Επιτροπής για την άρση των εμποδίων παραμένουν ανεπαρκείς».
Περίπου το 60% των εμποδίων στην ενιαία αγορά υπηρεσιών της ΕΕ, τα οποία είχαν εντοπιστεί το 2002, εξακολουθούσαν να υφίστανται το 2023, αποτελώντας εμπόδιο για την επιχειρηματική δραστηριότητα και τον ανταγωνισμό τιμών. Αν και η Επιτροπή έχει λάβει ορισμένα μέτρα, μέχρι και το 2025 οι προσπάθειές της χαρακτηρίζονταν από έλλειψη στρατηγικής εστίασης και συγκεκριμένης διαδικασίας αντιμετώπισης των κυριότερων εμποδίων. Την ίδια χρονιά, εγκρίθηκε η στρατηγική της για την ενιαία αγορά, ωστόσο η κατάσταση δεν βελτιώθηκε αισθητά, καθώς αυτή βασίζεται σε εργαλεία αβέβαιης αποτελεσματικότητας.
Η Επιτροπή υποστήριξε τις χώρες της ΕΕ στην προσπάθειά τους για διευκόλυνση της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών, αλλά οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να μην έχουν πλήρη πρόσβαση στις απαραίτητες πληροφορίες για να δραστηριοποιηθούν σε άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, ο ετήσιος κύκλος συντονισμού των οικονομικών πολιτικών της ΕΕ, απέτυχε να προωθήσει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στη ρύθμιση των υπηρεσιών. Παράλληλα, ελάχιστες μόνο χώρες αξιοποίησαν τα κονδύλια ανάκαμψης από την πανδημία για να μεταρρυθμίσουν τον τομέα των υπηρεσιών και να αρθούν τα κανονιστικά εμπόδια.
Η επιβολή των κανόνων στην ενιαία αγορά υπηρεσιών ήταν γενικά ανεπαρκής. Η Επιτροπή αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες στην επιβολή της νομοθεσίας, βασιζόμενη κυρίως σε διαδικασίες επί παραβάσει. Ωστόσο, δεν αντιδρούσε πάντοτε άμεσα σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης μιας χώρας με την οδηγία της ΕΕ για τις υπηρεσίες. Επιπλέον, υπήρχαν ζητήματα στον χειρισμό καταγγελιών από επιχειρήσεις εναντίον χωρών για παραβιάσεις κανόνων της ΕΕ, με τις διαδικασίες σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι υπερβολικά χρονοβόρες, θέτοντας τις μικρές επιχειρήσεις σε μειονεκτική θέση.
Μελέτες καταδεικνύουν τα σημαντικά οφέλη από την άρση των υφιστάμενων εμποδίων για την ενιαία αγορά. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν διαθέτει μια πλήρη και ενημερωμένη εικόνα των εμποδίων στη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, ούτε έχει αναλύσει επαρκώς το κόστος, τα οφέλη και τον αντίκτυπο της άρσης τους.
Το ΕΕΣ διατυπώνει μια σειρά από συστάσεις για να βοηθήσει την Επιτροπή στη δημιουργία μιας πραγματικά λειτουργικής ενιαίας αγοράς υπηρεσιών. Προτείνει την ανάπτυξη μιας σαφέστερης και πιο φιλόδοξης στρατηγικής, την καλύτερη αξιοποίηση της διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και την παροχή ισχυρότερων κινήτρων στα κράτη μέλη για την υλοποίηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων. Επιπλέον, τονίζει την ανάγκη αποσαφήνισης της νομοθεσίας, εστίασης των προσπαθειών επιβολής σε υποθέσεις με σημαντικό αντίκτυπο, ενίσχυσης των εργαλείων που διευκολύνουν τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, και παρακολούθησης και αξιολόγησης της προόδου προς την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς υπηρεσιών.
