Το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης των ψυχιάτρων, που διατάχθηκε από την ανακρίτρια Πατρών, είναι άκρως επιβαρυντικό για την Ειρήνη Μουρτζούκου. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η 25χρονη κατηγορούμενη είχε πλήρη αντίληψη των πράξεών της τη στιγμή που αφαίρεσε τη ζωή των παιδιών της.
Οι ψυχίατροι που εξέτασαν την Ειρήνη Μουρτζούκου κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ίδια δεν πάσχει από κάποια ψυχική διαταραχή η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει την ικανότητά της να διακρίνει το νόμιμο από το παράνομο, σύμφωνα με δημοσίευμα του gnomip.gr.
Οι πραγματογνώμονες τόνισαν ότι η κατηγορούμενη βρισκόταν σε θέση να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο των πράξεών της, καθώς και τις συνέπειές τους. Στην έκθεση αναφέρεται επίσης ότι η Μουρτζούκου έχει υποστεί βία και κακοποίηση από νεαρή ηλικία, ενώ παρουσιάζει ενδείξεις ήπιας νοητικής υστέρησης. Επιπλέον, καταγράφονται κενά μνήμης και τάσεις αυτοκτονίας που χρονολογούνται από την εφηβεία της.
Το κεντρικό συμπέρασμα των ειδικών είναι σαφές: η κατηγορούμενη δεν βρισκόταν σε ψυχική κατάσταση που να συνιστά ψύχωση, ούτε έπασχε από επιλόχεια διαταραχή, ούτε είχε απωλέσει την επαφή της με την πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τοπικά μέσα ενημέρωσης, η έκθεση, με ημερομηνία 26 Ιανουαρίου 2026, φέρει τις υπογραφές του καθηγητή Δικανικής Ψυχιατρικής και Κλινικής Φαρμακολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργου Αλεβιζόπουλου, και του αναπληρωτή καθηγητή Ψυχιατρικής, Μιχάλη Χατζούλη. Για τη σύνταξή της, πραγματοποιήθηκαν τρεις συνεντεύξεις με την κατηγορούμενη στις Φυλακές Κορυδαλλού, παρουσία τεχνικών συμβούλων, καθώς και δύο βασικά ψυχομετρικά τεστ.
Στο πόρισμα τονίζεται ότι «δεν προκύπτει ψυχική διαταραχή που να επηρεάζει την ικανότητα διάκρισης δικαίου-αδίκου». Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η κατηγορούμενη διαθέτει την απαραίτητη πνευματική και ψυχική ικανότητα για να συμμετάσχει στη δικαστική διαδικασία, καθώς είναι σε θέση να κατανοήσει τις κατηγορίες που της αποδίδονται, να διακρίνει τους παράγοντες της δίκης και να παρακολουθήσει την ποινική διαδικασία που διεξάγεται εις βάρος της.
«Η μάνα μου με ανάγκαζε να εκδίδομαι»
Η Ειρήνη Μουρτζούκου φέρεται να έχει περιγράψει ένα εξαιρετικά βαρύ ιστορικό παιδικής κακοποίησης, κάνοντας λόγο για σωματική και σεξουαλική κακοποίηση, χρήση ναρκωτικών και εκμετάλλευση. Ανέφερε επίσης ότι από την ηλικία των 10 ετών έως την ενηλικίωσή της, η μητέρα της την εξανάγκαζε σε εκπόρνευση με άνδρες. Κατά τους ισχυρισμούς της, η μητέρα της την κακοποιούσε από πολύ μικρή ηλικία, χτυπώντας το κεφάλι της στον τοίχο από τριών έως τεσσάρων ετών, γεγονός που της προκαλούσε τραυματισμούς και απώλεια συνείδησης. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η αδερφή της υπέστη προβλήματα ακοής μετά από χαστούκι που δέχθηκε σε ηλικία 4 ετών, αν και δεν γνωρίζει αν αυτό επιβεβαιώθηκε ιατρικά.
Η κατηγορούμενη φέρεται να υποστηρίζει ότι από την ηλικία των 10 ετών έως την ενηλικίωσή της, η μητέρα της την ανάγκαζε να εκδίδεται με άνδρες, ενώ ανέφερε ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από συγγενικό της πρόσωπο, κάτι που δεν είχε αποκαλύψει εκείνη την περίοδο. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι σε ηλικία 18 ετών η μητέρα της την πίεσε να συνάψει σχέση επί πληρωμή με άνδρα, με σκοπό, όπως της ειπώθηκε, την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, έζησε μαζί του για ένα διάστημα και υπαινίχθηκε ότι την εξέδιδε, ενώ μαζί του απέκτησε και τα δύο της παιδιά.
Οι τάσεις αυτοκτονίας από την εφηβεία
Ανέφερε ακόμα ότι παρουσίαζε αυτοκτονικές τάσεις από την εφηβεία, οι οποίες επιδεινώθηκαν μετά την αποκάλυψη ότι ο βιολογικός της πατέρας ενδεχομένως να μην είναι αυτός που πίστευε, αλλά συγγενικό της πρόσωπο. Σύμφωνα με την έκθεση, μεταξύ των συνεδριών προχώρησε και σε αυτοτραυματισμό, κόβοντας τα χέρια της εντός των φυλακών. Παράλληλα, έκανε λόγο για χρόνια διαταραχή της διάθεσης, η οποία επιδεινώθηκε μετά την απώλεια των παιδιών της και της αδερφής της.
Στην 25χρονη παρουσιάστηκαν και περιπτώσεις σύγχυσης, όπως για παράδειγμα, όταν δεν μπορούσε να θυμηθεί με ακρίβεια ημερομηνίες γέννησης, ενώ για κρίσιμα γεγονότα επικαλέστηκε κενά μνήμης. Η κατηγορούμενη συγκέντρωσε δείκτη νοημοσύνης 62, που αντιστοιχεί σε ήπια νοητική υστέρηση. Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι αυτό ενδέχεται να συνδέεται με το χαμηλό εκπαιδευτικό και κοινωνικό της υπόβαθρο και διευκρινίζουν ότι ο χαμηλός δείκτης νοημοσύνης δεν συνεπάγεται αυτομάτως μειωμένη ποινική ευθύνη.
