Οι φετινές χειμερινές εκπτώσεις άφησαν πολλές επιχειρήσεις με πικρή γεύση, καθώς ο μισός κλάδος του λιανεμπορίου κατέγραψε μειωμένο κύκλο εργασιών σε σύγκριση με πέρυσι. Μόλις 1 στις 10 επιχειρήσεις κατάφερε να βελτιώσει τις επιδόσεις της, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ. Η αρνητική αυτή εξέλιξη επιτείνει τους ήδη υφιστάμενους κλυδωνισμούς που προκλήθηκαν από τη μείωση των πραγματικών πωλήσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025.
Παρά τις γενναιόδωρες εκπτώσεις, η χαμηλή κίνηση αποδίδεται κυρίως στη μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, οι οποίοι προτεραιοποιούν την κάλυψη των βασικών τους αναγκών. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο παίζει ο αθέμιτος ανταγωνισμός από ασιατικές πλατφόρμες. Κατά συνέπεια, οι πιέσεις στο εμπόριο, κλάδο-κλειδί για την οικονομία σε όρους κύκλου εργασιών και απασχόλησης, συνεχίζονται στις αρχές του 2026, εντείνοντας την αβεβαιότητα σε ένα ρευστό διεθνές περιβάλλον.
Βασικά Ευρήματα Έρευνας για τις Χειμερινές Εκπτώσεις 2026:
- Οι μισές επιχειρήσεις (50%) στο λιανικό εμπόριο κατέγραψαν χειρότερες πωλήσεις κατά τη διάρκεια των χειμερινών εκπτώσεων συγκριτικά με πέρυσι, ενώ μόλις 1 στις 10 παρουσίασε καλύτερες επιδόσεις.
- Αν και οι προσδοκίες των εμπόρων παρέμεναν χαμηλές μετά τις απογοητευτικές επιδόσεις του 2025, οι μισές επιχειρήσεις (48%) δήλωσαν από λίγο έως καθόλου ικανοποιημένες από τις πωλήσεις κατά τη διάρκεια των εκπτώσεων.
- Η απογοήτευση από τα εμπορικά αποτελέσματα, σε συνδυασμό με το αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο, οδηγεί 2 στους 3 επιχειρηματίες στο να μη διατηρήσουν τις μειωμένες τιμές και τις προσφορές μετά το πέρας της εκπτωτικής περιόδου.
- Ενδεικτικό της οικονομικής στενότητας και της προσπάθειας των εμπόρων να προσελκύσουν πελάτες είναι το γεγονός ότι 2 στις 3 επιχειρήσεις προσέφεραν εκπτώσεις άνω του 30%.
- Οι πωλήσεις για 1 στις 3 επιχειρήσεις δεν παρουσίασαν ουσιαστική διαφοροποίηση κατά τη διάρκεια της εκπτωτικής περιόδου. Ωστόσο, η σημασία του Ιανουαρίου για τις πωλήσεις φαίνεται να μειώνεται για δεύτερη συνεχή χρονιά, υποδεικνύοντας ότι το χριστουγεννιάτικο δώρο (στον ιδιωτικό τομέα) κατευθύνεται πλέον στην κάλυψη άλλων, κυρίως ανελαστικών, αναγκών.
- Επτά στις 10 επιχειρήσεις διατήρησαν τα ίδια ποσοστά εκπτώσεων με πέρυσι, ενώ 1 στις 4 αύξησε περαιτέρω τις εκπτώσεις.
- Τέσσερις στις 10 επιχειρήσεις εξέφρασαν από λίγο έως καθόλου ικανοποίηση σχετικά με την επισκεψιμότητα των καταναλωτών, γεγονός που συνδέεται άμεσα με το χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα για αγορές.
- Τέσσερις στις 10 επιχειρήσεις εφάρμοσαν εκπτώσεις σε όλα τα προϊόντα τους. Ένα σημαντικό ποσοστό (22%) επιχείρησε με εκπτώσεις σε συγκεκριμένα προϊόντα, πιθανόν λόγω της αύξησης του κόστους των προμηθευτών.
- Η προβολή των εκπτώσεων γίνεται κυρίως μέσω μηνυμάτων στη βιτρίνα του καταστήματος, ενώ τα social media κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος.
- Για 3 στις 4 επιχειρήσεις, οι απομακρυσμένες πωλήσεις ήταν λιγότερες από αυτές του φυσικού καταστήματος κατά την περίοδο των εκπτώσεων, αν και παρατηρούνται διαφοροποιήσεις ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης.
- Οι πληρωμές με μετρητά μειώνονται συνεχώς, με μόλις 29% των επιχειρήσεων να αναφέρουν ότι η πλειονότητα των πληρωμών έγινε με αυτόν τον τρόπο.
Απαντήσεις Επιχειρηματιών σε Κρίσιμα Θέματα
- Μια στις 3 επιχειρήσεις επιθυμεί τη μείωση της διάρκειας των εκπτώσεων, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες διαβουλεύσεις για το ρυθμιστικό τους πλαίσιο.
- Μόλις 4 στις 10 επιχειρήσεις γνωρίζουν για το χρηματοδοτικό εργαλείο των μικρο-πιστώσεων, ενώ από αυτές που είναι ενημερωμένες (65%), οι περισσότερες δεν σκοπεύουν να αιτηθούν δάνειο.
Ο Διοικητικός Διευθυντής του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, κ. Χαράλαμπος Αράχωβας, δήλωσε: “Είναι σαφές πως ο μεγαλύτερος κλάδος της οικονομίας μας βρίσκεται εν μέσω ραγδαίων μεταβολών και ζυμώσεων. Το πλέον ανησυχητικό χαρακτηριστικό δεν εντοπίζεται μόνο σε μια χαμηλής επίδοσης εκπτωτική περίοδο, αλλά στο γεγονός ότι οι αρνητικές επιπτώσεις και οι κλυδωνισμοί συνεχίζονται. Οι επιχειρήσεις αγωνίζονται όχι για τον εκσυγχρονισμό τους, αλλά για την επιβίωσή τους. Οι εκπτώσεις και οι προσφορές, υπό το υφιστάμενο πλαίσιο λειτουργίας, δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν το συμπιεσμένο διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, το οποίο αναλώνεται πρώτα στην κάλυψη ανελαστικών δαπανών. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τον εισαγόμενο αθέμιτο ανταγωνισμό των ηλεκτρονικών πλατφορμών, καθώς και ένα μη φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον.”
