Φλωρίδης: Την Τετάρτη θα εισέλθουν στη δίκη των Τεμπών μόνο όσοι προβλέπονται από τον νόμο

Η συνέχεια της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών θα διεξαχθεί στην αίθουσα του Συνεδριακού Κέντρου του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, όπως διευκρίνισε ο Γιώργος Φλωρίδης.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης, μιλώντας στον ΣΚΑΪ, επανέλαβε ότι η αίθουσα πληροί όλες τις προϋποθέσεις και είναι απολύτως κατάλληλη. «Η αίθουσα αυτή στο σύνολό της είναι η μεγαλύτερη στην Ελλάδα. Σε αίθουσες ίδιες ή μικρότερες από αυτήν – όπως το Εφετείο – έχουν διεξαχθεί δίκες πολύ μεγαλύτερες από αυτήν. Να θυμίσω πως η δίκη για το Μάτι, με 104 νεκρούς, άρα διπλάσιους συγγενείς και μάρτυρες, διεξήχθη με άνεση στο Εφετείο της Αθήνας. Άρα, το πρόβλημα εδώ δεν είναι το μέγεθος της αίθουσας», υπογράμμισε.

Σχετικά με την έναρξη της δίκης, ο κ. Φλωρίδης ανέφερε: «Η δίκη αυτή δεν ξεκίνησε όπως θα έπρεπε. Στην αίθουσα, σε μια σειρά από καθίσματα, έπρεπε να καθίσουν όλοι οι δικηγόροι. Από τους 36 κατηγορούμενους, εμφανίστηκαν όλοι και όλοι 3. Όταν δεν έγινε αυτό και εισήλθε στην αίθουσα κόσμος χωρίς κανέναν έλεγχο και κατέλαβε τις θέσεις των δικηγόρων, ήταν προφανές πως η δίκη δεν μπορούσε να ξεκινήσει. Τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει τώρα; Την Τετάρτη θα εισέλθουν στην αίθουσα όσοι ορίζει ο νόμος. Θα εισέλθουν λοιπόν με έλεγχο οι δικηγόροι και οι συγγενείς που είναι οι πρώτοι για νομιμοποίηση. Την ταυτοποίηση θα την κάνει η Ελληνική Αστυνομία. Έχουμε κανονικά έδρανα για 110 δικηγόρους».

«Η Κωνσταντοπούλου ηγείται της μειοψηφίας που δεν θέλει να γίνει η δίκη»

Ο Γιώργος Φλωρίδης τόνισε πως η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού επιθυμεί πάση θυσία να ξεκινήσει η δίκη για την τραγωδία των Τεμπών, κάτι που επιθυμούν, όπως είπε, και οι περισσότεροι από τους συγγενείς των θυμάτων του σιδηροδρομικού δυστυχήματος. «Υπάρχει μια μικρή μειοψηφία σε επίπεδο πολιτικών – που είναι και συνήγοροι – που δεν επιθυμούν με τίποτα να γίνει η δίκη. Η κ. Κωνσταντοπούλου ηγείται αυτής της μερίδας, αυτό όμως δεν είναι καινούργιο. Στα 2,5 χρόνια που διήρκεσε η ανάκριση, επιχειρήθηκε πολλές φορές», ανέφερε.

«Είχαμε συνεχείς μηνύσεις και αιτιάσεις εξαιρέσεως του ανακριτή, οι οποίες έπρεπε να αντιμετωπιστούν από τα δικαστικά συμβούλια, άρα η ανάκριση πήγαινε πίσω», συνέχισε.

Όπως είπε, η τελευταία απόπειρα να μην ολοκληρωθεί η ανακριτική διαδικασία έγινε με την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι στο Σύνταγμα, που είχε στόχο, με το αίτημα της εκταφής, να ξανανοίξει η ανάκριση που έκλεισε. «Αυτό θα οδηγούσε πρώτον στο να μην γίνει η δίκη – άρα να συνεχιστεί η πολιτική εκμετάλλευση της τραγωδίας – και δεύτερον να εξεγερθεί η ελληνική κοινωνία, η οποία θα έλεγε πως δεν είναι δυνατόν να μην μπορεί να ξεκινήσει αυτή η δίκη», δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Φλωρίδης.

Απάντηση σε Κικίλια

Τέλος, αναφορικά με τη δήλωση του Βασίλη Κικίλια, που χαρακτήρισε απαράδεκτο να πραγματοποιηθεί δίκη υπό τέτοιες συνθήκες, ο κ. Φλωρίδης εξήγησε ότι η δήλωση έγινε λόγω έλλειψης γνώσης των στοιχείων. «Δεν μένω σε αυτά, τα αφήνω, δεν τα θεωρώ παραγωγικά», ήταν το σύντομο σχόλιό του.

«Γύρω από την υπόθεση των υποκλοπών υπάρχει πολιτικό παιχνίδι»

Αναφερόμενος στην υπόθεση των υποκλοπών, ο Γιώργος Φλωρίδης υποστήριξε αρχικά ότι «υπάρχει μια απόπειρα πολιτικής κερδοσκοπίας», επισημαίνοντας ότι η ελληνική Δικαιοσύνη δέχεται εύκολα πυρά από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Όπως ανέφερε, όταν εκδίδονται αποφάσεις που θεωρούνται θετικές – όπως για τους τόκους δανειοληπτών ή για την υπόθεση στο Μάτι – οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις τις επικροτούν, ενώ το ίδιο συνέβη και με αποφάσεις που αφορούν τις υποκλοπές, θέτοντας το ερώτημα: «Τι ισχύει τελικά;».

Στη συνέχεια εξήγησε ότι «το δικαστήριο που έγινε ήταν με βάση το πόρισμα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου», υπογραμμίζοντας ότι η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη και ότι το δικαστήριο έχει ήδη ζητήσει περαιτέρω διερεύνηση για συγκεκριμένα αδικήματα. Όπως τόνισε, εφόσον υπάρχει εμπιστοσύνη στους θεσμούς, θα πρέπει να αφεθεί η Δικαιοσύνη να ολοκληρώσει το έργο της. Κλείνοντας, έθεσε ευθέως το ζήτημα της θεσμικής εμπιστοσύνης, σημειώνοντας: «Υπάρχει ένα θεσμικό ζήτημα: θα εμπιστευτούμε την ελληνική δικαιοσύνη;», προσθέτοντας ότι μέχρι στιγμής η Δικαιοσύνη έχει τοποθετηθεί για όσους φέρονται να ήταν υπό παρακολούθηση και ότι «ας την αφήσουμε να κάνει τη δουλειά της».