Νέες συγκλονιστικές φωτογραφίες των 200 Ελλήνων αντιστασιακών, που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς Ναζί στρατιώτες στην Καισαριανή την 1η Μαΐου του 1944, έχουν προκαλέσει έντονη πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση. Οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η χώρα μας φέρει ακόμα «ανοιχτές πληγές» που δύσκολα επουλώνονται. Οι «200 της Καισαριανής», με το ανέβασμα και το αγέρωχο βλέμμα τους, επέδειξαν στους Ναζί πως ο φόβος του θανάτου δεν τους αγγίζει. Μέχρι την τελευταία τους πνοή, παρέμειναν πιστοί στον αγώνα για την αντίσταση και την ελευθερία.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι εκτελεσθέντες αντιστασιακοί ήταν μέλη και στελέχη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Είχαν συλληφθεί και φυλακιστεί κατά τη διάρκεια πολιτικών διώξεων του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, πριν την είσοδο της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, με την έναρξη του πολέμου, προσπάθησε να ενσωματώσει ορισμένους πολιτικούς κρατούμενους στον τακτικό στρατό για την αντιμετώπιση της ιταλικής εισβολής. Όσοι αρνούνταν να υπογράψουν «δήλωση μετανοίας και αποκηρύξεως του κομμουνισμού» παρέμεναν φυλακισμένοι. Οι «200 της Καισαριανής», μαζί με εκατοντάδες άλλους κομμουνιστές και πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος Μεταξά, κρατούνταν στις στρατιωτικές φυλακές της Ακροναυπλίας. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941, πολλοί μεταφέρθηκαν σε άλλες φυλακές, ενώ άλλοι εκτελέστηκαν από τις ναζιστικές δυνάμεις.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών τον Σεπτέμβριο του 1943, οι κατοχικές δυνάμεις μετέφεραν τους «200 της Καισαριανής» από τη Λάρισα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου. Παράλληλα, η δράση των ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων ενισχύθηκε, με τη σημαντική συνδρομή και υποστήριξη των συμμαχικών δυνάμεων, ιδιαίτερα στον τομέα συλλογής πληροφοριών. Καθοριστική ήταν η παρουσία Βρετανών κατασκόπων και μελών ειδικών δυνάμεων, οι οποίοι όχι μόνο διατηρούσαν επικοινωνία με την ελληνική αντίσταση, αλλά συμμετείχαν ενεργά σε αποστολές ανταρτοπολέμου με αντίκτυπο στη γερμανική πολεμική μηχανή, κυρίως στη διοικητική μέριμνα, όπως η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου. Η δύναμη της προπαγάνδας αποτέλεσε επίσης ένα κρίσιμο «εργαλείο» για τους Βρετανούς και τους Έλληνες αντάρτες. Αυτοί στράφηκαν σε αποστολές κατά της γερμανικής στρατιωτικής ηγεσίας, με δύο επιχειρήσεις που σημάδεψαν την ελληνική στρατιωτική ιστορία και πορεία της αντίστασης. Ως απάντηση, οι ναζιστικές δυνάμεις κατοχής διέπραξαν εγκλήματα πολέμου και κατά της ανθρωπότητας, με αιματηρά αντίποινα, βιαιότητες και απάνθρωπες διώξεις αμάχων. Αν και η αιτιώδης σχέση με την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή είναι άμεση (η ενέδρα θανάτου στον Υποστράτηγο Κρεχ), η πραγματοποίησή τους με διαφορά λίγων ωρών, η κοινή συνδρομή των συμμαχικών μυστικών υπηρεσιών, και ο κοινός στόχος του «αποκεφαλισμού» της ηγεσίας της κατοχικής δύναμης, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι εντάσσονται στον ίδιο επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Η Ιστορική Απαγωγή του Υποστρατήγου Κράιπε
Παρόλο που η αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά του 1944 συνδέεται με την επιτυχημένη ενέδρα της 27ης Απριλίου 1944, κατά την οποία σκοτώθηκε ο Γερμανός Υποστράτηγος Φρανζ Κρεχ, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι μια μέρα νωρίτερα, στις 26 Απριλίου 1944, πραγματοποιήθηκε με επιτυχία μία από τις πιο γνωστές καταδρομικές επιχειρήσεις της ελληνικής αντίστασης: η απαγωγή του Υποστρατήγου Καρλ Χάινριχ Τζωρτζ Φέρντιναντ Κράιπε. Η επιχείρηση αυτή προκάλεσε σοκ στις γερμανικές δυνάμεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Γενικό Επιτελείο της Βέρμαχτ. Ένας από τους διακεκριμένους αξιωματικούς του ναζιστικού στρατού, παρασημοφορημένος από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ταπεινώθηκε από Κρητικούς αντιστασιακούς και Βρετανούς κομάντο.
Τα ξημερώματα της 27ης Απριλίου 1944, μόλις οι Γερμανοί διαπίστωσαν την απαγωγή του διοικητή των γερμανικών δυνάμεων κατοχής στην Κρήτη, προχώρησαν σε μαζικές διώξεις, συλλήψεις και αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού. Το πλήγμα στο ηθικό και την «εικόνα» των Γερμανών από την απαγωγή του Κράιπε ήταν τεράστιο, κάτι που η συμμαχική προπαγάνδα εκμεταλλεύτηκε για να γελοιοποιήσει τη Βέρμαχτ. Ωστόσο, την ίδια μέρα που οι Γερμανοί στρατιώτες προσπαθούσαν να «μαζέψουν τα ασυμμάζευτα» στην Κρήτη, μια άλλη επιχείρηση βρισκόταν σε εξέλιξη, η οποία θα γινόταν ο «καταλύτης» για την εκτέλεση των «200» στην Καισαριανή.
Η Ενέδρα Θανάτου στον Υποστράτηγο Φρανζ Κρεχ
Από τις 22 Απριλίου 1944, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Λακωνία είχαν λάβει πληροφορίες από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες σχετικά με τις κινήσεις σημαντικών γερμανικών δυνάμεων στην περιοχή της Μονεμβασιάς. Στην οχηματοπομπή αυτή θα βρισκόταν ο διοικητής της 41ης Μεραρχίας Οχυρών, Υποστράτηγος Φρανζ Κρεχ, μαζί με υψηλόβαθμα στελέχη του επιτελείου του. Οι μαχητές του ΕΛΑΣ, γνωρίζοντας άριστα την περιοχή, σχεδίασαν αμέσως μια επιχείρηση εξουδετέρωσης του Γερμανού αξιωματικού, επιλέγοντας ως πιο αποτελεσματική προσέγγιση μια ενέδρα. Την αποστολή ανέλαβε η διμοιρία του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Λακωνίας, υπό τον ανθυπολοχαγό Μανώλη Σταθάκη.
Το μεσημέρι της 27ης Απριλίου 1944, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ είχαν πάρει θέση στον δρόμο Μολάων – Μονεμβασιάς. Είχαν τοποθετήσει δολωμένες νάρκες που δεν ήταν εμφανείς. Η γερμανική οχηματοπομπή, αποτελούμενη από περίπου 6 οχήματα, πυροδότησε τη νάρκη, ακινητοποιώντας το κομβόι. Οι μαχητές του ΕΛΑΣ εξαπέλυσαν επίθεση, σκοτώνοντας τον Υποστράτηγο Κρεχ και τέσσερις άλλους Γερμανούς, ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις υποχώρησαν. Ο στόχος είχε επιτευχθεί, αλλά η αποστολή δεν είχε ολοκληρωθεί. Οι συμμαχικές μυστικές υπηρεσίες, σε συνεργασία με το ΕΑΜ, διέρρευσαν σκόπιμα, για λόγους προπαγάνδας, την πληροφορία ότι ο υποστράτηγος Κρεχ εκτελέστηκε από τη Γκεστάπο επειδή ήταν αντιφρονούντας. Για να γίνει πιο πειστικό, δημοσίευσαν πλαστογραφημένο γράμμα του, στο οποίο δήθεν παρότρυνε Γερμανούς στρατιώτες να λιποτακτήσουν. Αυτή η δράση εντασσόταν στην επιχείρηση «Hemlock», μέσω της οποίας οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες διεξήγαγαν ψυχολογικές επιχειρήσεις κατά των δυνάμεων του Άξονα, με εκστρατείες παραπληροφόρησης για να προκαλέσουν σύγχυση και να «ρίξουν» το ηθικό του εχθρού.
Η Πορεία προς την Εκτέλεση των «200 της Καισαριανής»
Η είδηση της αιματηρής επίθεσης προκάλεσε σοβαρούς τριγμούς στη Βέρμαχτ, η οποία απάντησε με τον πιο απάνθρωπο τρόπο: αντίποινα κατά αμάχων. Χαρακτηριστική είναι η ανακοίνωση της εφημερίδας «Η Καθημερινή» στις 30 Απριλίου 1944, η οποία μοιράστηκε και σε μορφή φυλλαδίου από τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις: “Την 27ην Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν Στρατηγόν και τρεις συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίστησαν. Ως αντίποινα διατάχτηκε: Η εκτέλεση 200 Κομμουνιστών την 1.5.1944. Η εκτέλεση όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων. Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς. Ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος”.
Η Ανακοίνωση για την Εκτέλεση των «200 της Καισαριανής»
Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό ότι η παραπάνω ανακοίνωση αναφέρει την εκτέλεση 100 επιπλέον Ελλήνων κομμουνιστών – πέραν των «200 της Καισαριανής» – από ελληνικά εθελοντικά σώματα. Αυτά δεν ήταν άλλα από τα Τάγματα Ασφαλείας, που αποτελούνταν από Έλληνες δοσίλογους, συνεργάτες των γερμανικών ναζιστικών δυνάμεων κατοχής, υπαγόμενοι διοικητικά στον έλεγχό τους και εκτελώντας τις διαταγές τους. Διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο, που χαρακτηρίστηκε «ενεργή ζώνη επιχειρήσεων» μετά την ενέδρα του ΕΛΑΣ, ήταν ο Διονύσιος Παπαδόγκωνας, πρώην αξιωματικός του ελληνικού Στρατού, με πλούσια πορεία σε Βαλκανικούς πολέμους, Μικρασιατική Εκστρατεία και στο Έπος του ’40. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ίδιος φέρεται να ανέλαβε την πρωτοβουλία τα Τάγματα Ασφαλείας να εκτελέσουν τους 100 Έλληνες κομμουνιστές, χωρίς να έχει λάβει σχετική εντολή από τις δυνάμεις κατοχής για αυτό το ειδεχθές έγκλημα πολέμου.
Όλα αυτά οδήγησαν στην αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου οι «200» αντίκρισαν το εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν δειλίασαν. Στάθηκαν περήφανα παρά τις κακουχίες, τα βασανιστήρια και τις αντιξοότητες που αντιμετώπισαν καθ’ όλη τη διάρκεια της φυλάκισής τους. Κοίταξαν με ευθύ βλέμμα τον εχθρό, τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής, γνωρίζοντας ότι έδιναν την τελευταία τους πνοή. Όμως, αυτό που μάλλον δεν γνώριζαν ήταν ότι έγιναν σύμβολο μιας ολόκληρης αντίστασης που ενέπνευσε μια χώρα και τις επόμενες γενιές. Παρά τις όποιες ιδεολογικές, κομματικές και πολιτικές διαφορές, όλοι οφείλουμε να τους τιμούμε με ευγνωμοσύνη.
