ΕΛΣΤΑΤ: Αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα, αλλά μειώνεται η ποιότητα των επιπλέον ετών λόγω προβλημάτων υγείας

Προβληματισμός επικρατεί με αφορμή τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που αφορούν τις συνθήκες διαβίωσης στην Ελλάδα. Ενώ τα δεδομένα δείχνουν πως ο μέσος όρος ζωής στη χώρα μας αυξάνεται, παρουσιάζοντας σταθερότητα σε υψηλά επίπεδα, τίθεται πλέον το ερώτημα για την ποιότητα των επιπλέον αυτών ετών. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής – ΕΛΣΤΑΤ, η πραγματική κατάσταση της υγείας στα τελευταία χρόνια της ζωής μας δεν είναι τόσο αισιόδοξη όσο δείχνει το προσδόκιμο ζωής.

Οι γυναίκες, διαχρονικά, απολαμβάνουν περισσότερα χρόνια ζωής, ωστόσο, τα «ποιοτικά» από αυτά τα επιπλέον έτη είναι αναλογικά λιγότερα σε σύγκριση με τους άνδρες. Φαίνεται πως οι Έλληνες κερδίζουν μεν τη μάχη ενάντια στο χρόνο, αλλά χάνουν στην καθημερινή μάχη για την ευεξία και την πλήρη υγεία.

Μακροζωία χωρίς «αντίκρισμα» σε υγεία και ευεξία

Το 2024, το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση στην Ελλάδα φτάνει τα 84,5 έτη για τις γυναίκες και τα 79,3 έτη για τους άνδρες, κατατάσσοντας τη χώρα μας στις υψηλότερες θέσεις στην Ευρώπη. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα αποκαλύπτεται πίσω από τον δείκτη των «προσδοκώμενων ετών υγιούς ζωής».

Για παράδειγμα, ένας άνδρας 65 ετών αναμένεται να ζήσει επιπλέον 18,6 χρόνια. Από αυτά, όμως, μόλις 8,1 χρόνια αναμένεται να είναι απαλλαγμένα από περιορισμούς ως προς τις δραστηριότητές του λόγω προβλημάτων υγείας. Στις γυναίκες, αυτή η διαφορά είναι ακόμη πιο έντονη: από τα 21,8 έτη προσδοκώμενης ζωής μετά τα 65, μόλις 8,3 θεωρούνται «υγιή». Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό κομμάτι της τρίτης ηλικίας στην Ελλάδα βιώνεται με χρόνια προβλήματα υγείας ή περιορισμούς.

ΕΛΣΤΑΤ: 8 στους 10 Έλληνες αυτοαξιολογεί θετικά την υγεία του

Παρά τα προαναφερθέντα προβλήματα, ένα αξιοσημείωτο ποσοστό 78,3% των Ελλήνων αυτοαξιολογεί την υγεία του ως «πολύ καλή» ή «καλή».

Ωστόσο, το 24,5% του πληθυσμού παραδέχεται ότι αντιμετωπίζει κάποιο χρόνιο πρόβλημα υγείας, ποσοστό που παραμένει σταθερά υψηλό κατά την τελευταία δεκαετία.

ΕΛΣΤΑΤ: Το «αγκάθι» των ανικανοποίητων ιατρικών αναγκών

Η πρόσβαση στο σύστημα υγείας εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για τους πολίτες. Το 2024, το 13,6% του πληθυσμού δήλωσε ότι χρειάστηκε ιατρικές εξετάσεις ή θεραπείες, οι οποίες όμως δεν καλύφθηκαν από το σύστημα υγείας. Οι κύριοι λόγοι που αναφέρθηκαν είναι οι εξής:

  • Οικονομικοί λόγοι
  • Μεγάλες λίστες αναμονής
  • Απόσταση από τον ιατρό
  • Έλλειψη συγκοινωνίας

Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτό το ποσοστό είναι σημαντικά υψηλότερο στις γυναίκες (15,1%) σε σύγκριση με τους άνδρες (12,0%).

Δαπάνες Κοινωνικής Προστασίας: Η κυριαρχία του «Γήρατος»

Η ανάλυση των δαπανών κοινωνικής προστασίας (σύστημα ESSPROS) επιβεβαιώνει την έντονη δημογραφική πίεση. Το 52,2% των συνολικών δαπανών κατευθύνεται στην κατηγορία «Γήρας», ενώ για την κατηγορία «Ασθένεια» το ποσοστό ανέρχεται στο 23,1%. Η σταδιακή αύξηση των δαπανών για την ασθένεια τα τελευταία έτη (από 18,4% το 2014 σε 23,1% το 2023) αντανακλά τις προσπάθειες του συστήματος να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες υγειονομικές ανάγκες.

Υποδομές και Προσωπικό: Η στασιμότητα των αριθμών – Πολλοί οι γιατροί

Παρά τις αυξημένες ανάγκες ενός γηράσκοντος πληθυσμού, οι νοσοκομειακές υποδομές παρουσιάζουν εικόνα στασιμότητας. Η αναλογία των θεραπευτηρίων ανά 100.000 κατοίκους παραμένει σταθερή στο 2,5 (σύμφωνα με στοιχεία του 2018), ενώ οι διαθέσιμες κλίνες ανέρχονται σε 419,7 ανά 100.000 κατοίκους.

Αντίθετα, ο αριθμός των ιατρών φαίνεται υψηλός (6,5 ανά 1.000 κατοίκους). Ωστόσο, η κατανομή τους είναι άνιση, με τη συντριπτική πλειονότητα να συγκεντρώνεται σε νοσοκομειακές ή χειρουργικές ειδικότητες και πολύ λιγότερους να ασχολούνται με τη γενική ιατρική.