Η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας αντιμέτωπη με διλήμματα: Προστασία του φράγκου ή αποφυγή σύγκρουσης με τις ΗΠΑ;

Η πρόσφατη ενίσχυση του ελβετικού φράγκου, μια εξέλιξη που αποδίδεται στη γεωπολιτική αστάθεια, θέτει ξανά στο προσκήνιο ένα σύνθετο πρόβλημα για την Εθνική Τράπεζα της Ελβετίας (SNB). Το κεντρικό ερώτημα παραμένει: πρέπει η τράπεζα να προστατεύσει την εγχώρια οικονομία από τον κίνδυνο αποπληθωρισμού, ή να αποφύγει μια πιθανή νέα σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες;

Παρόλο που η SNB αποφάσισε να διατηρήσει το βασικό επιτόκιο στο 0%, έστειλε ένα σαφές μήνυμα ότι είναι πλέον πιο διατεθειμένη να επέμβει ενεργά στην αγορά συναλλάγματος, με στόχο να ανακόψει την αχαλίνωτη άνοδο της αξίας του φράγκου.

Αυτή η απόφαση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την τρέχουσα ένταση στη Μέση Ανατολή, η οποία τροφοδοτεί τη ζήτηση για «ασφαλή επενδυτικά καταφύγια», όπως ακριβώς θεωρείται το ελβετικό νόμισμα.

Ωστόσο, η υιοθέτηση αυτής της στρατηγικής συνεπάγεται σημαντικό πολιτικό κόστος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικότερα κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, είχαν κατηγορήσει επανειλημμένα την Ελβετία για χειραγώγηση του νομίσματός της, οδηγώντας ακόμη και στην επιβολή δασμών στο παρελθόν. Αν και η Βέρνη έχει διαψεύσει κατηγορηματικά τέτοιες πρακτικές, ο κίνδυνος αναζωπύρωσης εμπορικών εντάσεων παραμένει μια υπαρκτή απειλή.

Το ισχυρό φράγκο, παρά το γεγονός ότι αποτελεί ένδειξη εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών προς την ελβετική οικονομία, δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις. Συμβάλλει στην καθοδική πίεση του πληθωρισμού – ο οποίος ήδη κινείται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, μόλις στο 0,1% – και επιπλέον, μειώνει την ανταγωνιστικότητα των ελβετικών εξαγωγών.

Σε αυτό το δυσμενές πλαίσιο, η SNB καλείται να διαχειριστεί μια δύσκολη ισορροπία μεταξύ δύο εναλλακτικών: είτε να προχωρήσει σε άμεσες παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος, είτε να επανέλθει σε πολιτική αρνητικών επιτοκίων. Το τελευταίο, ένα μέτρο που εγκαταλείφθηκε μόλις το 2022, είναι ιδιαίτερα αντιδημοφιλές.

Η τράπεζα φαίνεται, προς το παρόν, να κλίνει προς την πρώτη επιλογή, δηλαδή την πώληση ελβετικών φράγκων και την ταυτόχρονη αγορά ξένων νομισμάτων, με κύριο στόχο το ευρώ. Αναλυτές εκτιμούν ότι τέτοιου είδους κινήσεις ενδέχεται ήδη να πραγματοποιούνται, αν και δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση.

Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια οικονομική συγκυρία προσθέτει επιπλέον πολυπλοκότητα στην κατάσταση. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας, αν και βραχυπρόθεσμα ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, οι ευρύτεροι φόβοι για μια παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση – εάν η τρέχουσα κρίση κλιμακωθεί – θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω ενίσχυση του φράγκου, αυξάνοντας την ανάγκη για παρέμβαση.

Σε κάθε περίπτωση, η Ελβετία βρίσκεται σε μια λεπτή γεωοικονομική ισορροπία: από τη μία πλευρά, προστατεύει την εθνική νομισματική σταθερότητα, ενώ από την άλλη, διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθεί ξανά στο στόχαστρο των Ηνωμένων Πολιτειών λόγω των συναλλαγματικών της πρακτικών.