Στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, την τέταρτη συνεδρίαση για την υπόθεση που αφορά τον χειρισμό του βιντεοληπτικού υλικού μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, συνεχίζεται η εκδίκαση. Σήμερα αναμένεται να καταθέσει ο πρώην σύζυγος της Μαρίας Καρυστιανού, ενώ στο βήμα έχει ήδη βρεθεί ο Αντώνης Ψαρόπουλος, δικηγόρος και πατέρας της 21χρονης Μάρθης, η οποία έχασε τη ζωή της στην τραγωδία.
Παρούσα στη διαδικασία είναι η Μαρία Καρυστιανού, η οποία συνοδεύεται από τη συνεργάτιδά της και δικηγόρο Μαρία Γρατσία.
Σε δηλώσεις της, η κ. Καρυστιανού αναφέρθηκε στο θέμα των εκταφών των θυμάτων της τραγωδίας. Τόνισε ότι η αρμόδια εισαγγελέας έχει ήδη λάβει απαντήσεις από ελληνικά πανεπιστήμια, σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι εφικτή η διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων πέραν του DNA. «Θέλουμε να μάθουμε από ποια ουσία πέθαναν οι άνθρωποι μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Υπενθυμίζεται ότι, μετά τις προσωρινές ανακλητικές αποφάσεις της αρμόδιας εισαγγελέως Αικατερίνης Παπαϊωάννου για τη διενέργεια εκταφών, μόνο τρεις συγγενείς έχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν στις απαιτούμενες ενέργειες για τη λήψη δειγμάτων.
Απαντώντας στις δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη, σχετικά με το ενδεχόμενο συνδρομής εργαστηρίων του εξωτερικού, εάν τα ελληνικά δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν ορισμένες εξετάσεις, η Μαρία Καρυστιανού δήλωσε:
«Ο κ. Φλωρίδης είναι νομικός, είναι υπουργός Δικαιοσύνης. Θα έπρεπε να καταλάβει ότι έχουν ήδη τα πανεπιστήμια απαντήσει ότι δεν μπορούν να γίνουν αυτές οι εξετάσεις. Επομένως το να θέλει να βάλει χέρι στις σακούλες και να στείλουν εκείνοι ότι νομίζουν και όπως το νομίζουν στα άλλα εργαστήρια δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει».
Σε ότι αφορά τη δήλωση του υπουργού ότι η ίδια βρίσκεται στο απυρόβλητο, σημείωσε: «Δεν ήμουν ποτέ στο απυρόβλητο, γιατί από την πρώτη ημέρα δέχομαι πόλεμο».
Η υπόθεση που εξετάζεται αφορά τη μη παράδοση των σχετικών βίντεο από τον Εμπορευματικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, καθώς και την επανεγγραφή νέων δεδομένων στον ψηφιακό σκληρό δίσκο κατά τους πρώτους μήνες μετά το δυστύχημα. Όταν το υλικό παραδόθηκε τελικά στον εφέτη ανακριτή, δεν ήταν πλέον δυνατή η ανάκτησή του.
