Η πρόσφατη δικαστική απόφαση σχετικά με τις υποκλοπές φέρνει την κυβέρνηση και προσωπικά τον Πρωθυπουργό σε δύσκολη θέση. Ωστόσο, η δυσκολία αυτή δεν προκύπτει τόσο από την πρωτόδικη κρίση της ενοχής και την ποινή των τεσσάρων προσώπων που δικάστηκαν, καθώς η Αδειλίνη είχε ήδη «αναντίλεκτα» απαλλάξει τον κρατικό μηχανισμό και την ΕΥΠ.
Το newsletter του webreporter καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Τα πραγματικά «καυτά» σημεία για την κυβέρνηση είναι ότι, εκ των πραγμάτων, το Δικαστήριο ζήτησε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών να επανεξετάσει τον φάκελο των υποκλοπών στο σύνολό του. Σε αυτή την εξέλιξη, θα περίμενε κανείς ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ως ο κύριος – θεωρητικά – αντίπαλος της κυβέρνησης, να θέσει το αυτονόητο αίτημα: να μην αφαιρεθεί η υπόθεση από την Εισαγγελία Πρωτοδικών για να μεταφερθεί στον Άρειο Πάγο προς «αναβάθμιση της έρευνας», όπως συνέβη στο παρελθόν με αποτέλεσμα το πόρισμα του αντιεισαγγελέα Ζήση.
Αντ’ αυτού, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αντιδρά με τρόπο που, εν τέλει, διευκολύνει την κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό: μεταφέρει το κέντρο βάρους στη Βουλή, ζητώντας συζήτηση πολιτικών αρχηγών και συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής. Ουσιαστικά, η αντίδραση του Ανδρουλάκη, παρά τον καταγγελτικό της τόνο, ρίχνει την μπάλα στην εξέδρα. Δεδομένου ότι και στις δύο περιπτώσεις ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει το πλεονέκτημα των αριθμών, αποδέχθηκε ασμένως την πρόταση.
Παράδοξη, επίσης, χαρακτηρίζεται η ρητορική του Ανδρουλάκη, σύμφωνα με την οποία με την απόφαση του Δικαστηρίου «δικαιώθηκε ο αγώνας του». Δήλωσε ότι «η Δικαιοσύνη επιβεβαίωσε ότι η παρακολούθησή μου δεν ήταν ένα λάθος» και «υπάρχει πλέον απόδειξη πως το παρακράτος που έστησε το σύστημα Μαξίμου είναι πραγματικό, τρομακτικό, αλλά όχι ανίκητο».
Σωστά. Μόνο που οι παρακολουθήσεις που καταδικάστηκαν από τον Δικαστή, Νίκο Ασκιανάκη, δεν αφορούν προσωπικά τον ίδιο. Απλώς, δεν υπήρξε παρακολούθησή του από το παράνομο λογισμικό Predator. Όσο και αν νικήθηκε το παρακράτος, τον ίδιο τον παρακολουθούσε το κράτος. Και σε αυτό κάτι δεν κάνει σωστά. Από τις δηλώσεις του μετά τις 26 Ιουλίου 2022, προέκυπτε ότι η επιχείρηση παγίδευσης με το Predator έμεινε στην απόπειρα και δεν ολοκληρώθηκε, γιατί «δεν πάτησε το link». Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι υπήρξε παρακολούθηση του, αλλά από την ΕΥΠ.
Ο ακέραιος Χρήστος Ράμμος υποχρέωσε την κυβέρνηση να το παραδεχθεί: «Η ΕΥΠ προχώρησε σε άρση του απορρήτου του ευρωβουλευτή και μετέπειτα προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, για διάστημα τριών μηνών, επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας». Η παρακολούθηση άρχισε «στις 14 Σεπτεμβρίου 2021 και σταμάτησε στις 17 Δεκεμβρίου, όταν εκλέχθηκε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ». Παράλληλη παρακολούθηση με το Predator δεν προέκυψε, αφού, σύμφωνα με την υπηρεσία ψηφιακής ασφάλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που τον ενημέρωσε, η απόπειρα έγινε με την αποστολή μηνύματος στο κινητό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2021. Και, όπως διαβεβαιώθηκε, δεν είχε αποτέλεσμα, οπότε η περίπτωση του δεν εντάσσεται στις παράλληλες παρακολουθήσεις που αποκαλύφθηκαν στη συνέχεια.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης μιλάει για «αγώνα που ξεκίνησε από τη στιγμή που πέρασε το κατώφλι του Αρείου Πάγου στις 26 Ιουλίου του 2022», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η απόφαση αφορά και τον ίδιο. Ουδέν ανακριβέστερο: τον παρακολουθούσε για τρεις μήνες η εθνική αντικατασκοπεία, αλλά όχι και το Predator.
Παραδόξως, ωστόσο, για την παρακολούθησή του από την ΕΥΠ δεν κατέθεσε μήνυση κατά συγκεκριμένων προσώπων και αρκέστηκε σε «μηνύτρια αναφορά» και πολιτικές καταγγελίες.
Η μόνη καταμήνυση εκ μέρους του ήρθε πολύ αργότερα, με αφορμή τον «κρεοπώλη» του Πειραιά, η τραπεζική κάρτα του οποίου φέρεται να χρησιμοποιήθηκε στις παρακολουθήσεις με το παράνομο λογισμικό. Η δική του παρακολούθηση ήταν «νόμιμη» – άσχετα από το αρνητικό πολιτικό βάρος της.
Εντύπωση, επίσης, προκάλεσε η στάση του Ανδρουλάκη απέναντι στον Πρωθυπουργό, ως θύμα «επισύνδεσης» από την ΕΥΠ. Όταν, λίγους μήνες μετά την αποκάλυψη και παραδοχή της παρακολούθησης, βρέθηκε με τον πολιτικό προϊστάμενο της ΕΥΠ στο ίδιο τραπέζι – ενώπιον δημοσιογράφων και του κοινού. Στις 10 Μαΐου 2023, στο προεκλογικό debate των πολιτικών αρχηγών, θα μπορούσε να εκκαθαρίσει την υπόθεση που τον αφορά, σε ζωντανή μετάδοση. Ήταν, άλλωστε, η πρώτη του ευκαιρία, αφού δεν ήταν ακόμη μέλος της Βουλής.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ερωτηθείς, απλώς επανέλαβε τη δικαιολογία για «νομικό» λάθος που «δεν θα επέτρεπε αν το γνώριζε» και κατέληξε επί λέξει: «Ο κ. Ανδρουλάκης δεν αποτελεί κανέναν απολύτως κίνδυνο για την ασφάλεια της χώρας και δεν έπρεπε να είναι υπό καθεστώς παρακολούθησης». Ωστόσο, ο, κατά τα άλλα, ακίνδυνος για το έθνος, πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, απέφυγε να θέσει τα δύο βασικά ερωτήματα που τον αφορούσαν προσωπικά: γιατί τελικά τον παρακολουθούσε η ΕΥΠ και πού βρίσκεται το περιεχόμενο της παρακολούθησης. Χωρίς απαντήσεις, το θέμα δεν θα έκλεινε, δεδομένου ότι η ΕΥΠ νομιμοποιείται να κάνει παρακολουθήσεις και για λόγους πέραν της εθνικής ασφάλειας. Αλλά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απέφυγε να ασκήσει πίεση για πλήρη απάντηση. Δεν ζήτησε καν από τον Πρωθυπουργό να εγγυηθεί ότι το υλικό της παρακολούθησης δεν έχει καταλήξει σε χέρια τρίτων. Περισσότερο πίεσε ο παριστάμενος Αλέξης Τσίπρας, παρά ο ίδιος, ως θύμα.
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση ποτέ δεν εξήγησε γιατί ενημέρωσε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ για τον λόγο και το περιεχόμενο της παρακολούθησης. Επικαλούμενη νόμο που είχε ψηφίσει και το ΠΑΣΟΚ της Γεννηματά την άνοιξη του 2021, συνέχισε να προσφέρει νομική κάλυψη στην άρνηση της ΕΥΠ και άλλων υπηρεσιών, μέχρι σήμερα. Παρά τις αντίθετες θεσμικές και δικαστικές αποφάσεις.
Ωστόσο, ο Ανδρουλάκης τον Δεκέμβριο του 2024 δεν είχε πρόβλημα να συναντηθεί κατ’ ιδίαν με τον Πρωθυπουργό, χωρίς να έχει λάβει τις απαντήσεις που ζητούσε. Δεν έθεσε ως προϋπόθεση για να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του Πρωθυπουργού την ενημέρωσή του για την παρακολούθηση – και είναι άγνωστο αν το έθεσε και κατά τη διάρκεια της συνάντησης – την οποία και οι δύο πλευρές αποτίμησαν «θετικά». Ο ίδιος, εξερχόμενος μάλιστα από το Μέγαρο Μαξίμου, δήλωσε ότι θα κάνει «παραγωγική αντιπολίτευση».
Είναι επίσης αξιοπρόσεκτο ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, για μεγάλο διάστημα, επέμενε ότι η παρακολούθησή του, «δεν ήταν προσωπικό θέμα, αλλά ζήτημα Δημοκρατίας». Αν «δεν είναι προσωπικό», όταν ακούς νυχθημερόν για τρεις μήνες, πότε είναι; Σήμερα λέει ότι «ο Πρωθυπουργός θα λογοδοτήσει». Αλλά ο χειρισμός του βολεύει πρωτίστως τον Πρωθυπουργό, με το ιμπέριουμ που διαθέτει στη Βουλή και στα μέσα ενημέρωσης.
Δεδομένου ότι η «απόφαση της δικαιοσύνης» θα κριθεί τελικά σε δεύτερο βαθμό, ήδη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, οχυρώθηκε πίσω από το επιχείρημα «εμείς σεβόμαστε τη Δικαιοσύνη…». Όποιος θέλει να καταλάβει, καταλαβαίνει…
ΥΓ. Για διαφορετικούς λόγους σχολιάζεται από πολιτικούς αναλυτές και η παρέμβαση του Αλέξη Τσίπρα. Του καταλογίζεται ότι, αν δεν είχε σπεύσει να αποχωρήσει από τη Βουλή, θα μπορούσε να φέρει σε δύσκολη θέση τον Πρωθυπουργό. Παρ’ ότι είχε αποφύγει να αναμετρηθεί για οτιδήποτε μαζί του και στο διάστημα που ήταν βουλευτής – μετά το 2023.
Ορισμένοι διατυπώνουν επιπλέον και μια απορία: σε τίνος πολιτικού αξιώματος το πρωτόκολλο και την κουλτούρα ανήκουν οι όροι «πρωθυπουργικός ανεψιός» και «θείος του» που χρησιμοποίησε;
