Μετωπική επίθεση στον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Παναγιώτη Δουδωνή, εξαπέλυσε ο Νότης Μηταράκης, αμέσως μετά την έξοδό του από την Επιτροπή Δεοντολογίας, ανεβάζοντας κατακόρυφα το πολιτικό θερμόμετρο.
Ο τέως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας κατηγόρησε ευθέως τον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ για παραβίαση της θεσμικής τάξης και πολιτική εκτροπή. Κύριο σημείο της κριτικής του αποτέλεσε η μεταφορά, όπως υποστήριξε, αποσπασμάτων από τη συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών προς τους κοινοβουλευτικούς συντάκτες.
«Αυτό που κάνει ο κ. Δουδωνής είναι απαράδεκτο και ανήθικο. Από τη Μεταπολίτευση και μετά, κάθε βουλευτής που διώκεται και για τον οποίο ζητείται άρση ασυλίας, έχει το δικαίωμα να εκφράζει τη γνώμη του μέσα στη διαδικασία», δήλωσε ο κ. Μηταράκης, και συνέχισε, υψώνοντας τους τόνους: «Το να βγαίνει και να μεταφέρει σε εσάς, τους κοινοβουλευτικούς συντάκτες, αποσπάσματα από το τι είπα εγώ μέσα, είναι απαράδεκτο και ανήθικο».
Η κριτική του Νότη Μηταράκη δεν περιορίστηκε σε θεσμικά ζητήματα, αλλά επεκτάθηκε και σε προσωπικό επίπεδο, φέρνοντας τη σύγκρουση σε καθαρά πολιτικό πεδίο:
«Να μας πει στο πολιτικό του γραφείο στη Λέσβο αν έχει έρθει ποτέ αντιμέτωπος με τέτοια ζητήματα όπως εγώ στη Χίο».
Μηταράκης: «Ζητώ άρση ασυλίας για να καθαρίσω το όνομά μου»
Μετά την παρουσία του στην Επιτροπή Δεοντολογίας, ο Νότης Μηταράκης επέλεξε τη γραμμή της θεσμικής υπεράσπισης και της άμεσης προσφυγής στη Δικαιοσύνη. Ζητώντας την άρση της βουλευτικής του ασυλίας, επιχειρεί να αποδομήσει το περιεχόμενο της δικογραφίας.
Ο τέως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας υποστήριξε ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι συνεργάτες του κινήθηκαν απολύτως εντός θεσμικού πλαισίου, στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής τους δραστηριότητας.
«Παρουσιάστηκα σήμερα στην Επιτροπή Δεοντολογίας και ζήτησα την άρση της βουλευτικής μου ασυλίας. Με γραπτή μου δήλωση έχω εξηγήσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως τόνισε, οι ενέργειες του γραφείου του περιορίστηκαν στη διαβίβαση αιτημάτων πολιτών που θεωρούσαν ότι είχαν αδικηθεί:
«Θεωρώ ότι το γραφείο μου, οι συνεργάτες μου και εγώ κινηθήκαμε απολύτως στα πλαίσια του Συντάγματος και της πολιτικής μας δραστηριότητας, προωθώντας γραπτά αιτήματα πολιτών οι οποίοι θεωρούν ότι έχουν αδικηθεί από την κεντρική διοίκηση».
Ο ίδιος έδωσε έμφαση στον ρόλο του βουλευτή ως διαμεσολαβητή με τους πολίτες, επιμένοντας ότι όλα έγιναν «απολύτως στα πλαίσια της νομιμότητας». Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι – όπως σημείωσε – η υπόθεση εμπίπτει στην πολιτική δραστηριότητα, επέλεξε να ζητήσει την άρση της ασυλίας του, θέτοντας σε προτεραιότητα την προσωπική του αποκατάσταση:
«Επειδή θεωρώ πρώτιστη υποχρέωσή μου απέναντι στον εαυτό μου και στην οικογένειά μου να καθαρίσω το όνομά μου, ζητώ άμεσα την άρση της ασυλίας μου, ώστε να απαντήσω στις ερωτήσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας το ταχύτερο δυνατόν».
