Κομισιόν: Τα 70 δισ. κόκκινα δάνεια που παραμένουν ‘παγωμένα’ στους servicers και οι αιτίες της στασιμότητας

Ανησυχίες για τα Κόκκινα Δάνεια και την Οικονομία

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκφράζει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με το ύψος των κόκκινων δανείων που ανέρχονται σε 78 δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία παραμένουν αδιάθετα στους διαχειριστές πιστώσεων και επιβαρύνουν την οικονομία με πολλούς τρόπους. Σύμφωνα με την τελευταία της έκθεση αναφορικά με τις οικονομικές ανισορροπίες στην Ελλάδα, η Κομισιόν υπογραμμίζει ότι οι καθυστερήσεις στη διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) οφείλονται κυρίως στα σοβαρά προβλήματα που υπάρχουν στους πλειστηριασμούς.

Η διαδικασία διευθέτησης των ΜΕΔ εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα προχωράει αργά, καθώς τα ΜΕΔ που διαχειρίζονται οι servicers συνεχίζουν να επιβαρύνουν την οικονομική κατάσταση. Παρόλο που ένα σημαντικό ποσοστό αυτών έχει μεταφερθεί από τις τράπεζες μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων σε ιδιώτες επενδυτές, η αρνητική επίδραση τους στην οικονομία παραμένει ισχυρή. Στο τέλος του τρίτου τριμήνου του 2024, το απόθεμα των ΜΕΔ υπό τη διαχείριση αυτών μειώθηκε ελαφρώς κατά 0,4 δισεκατομμύρια ευρώ φτάνοντας στα 70,8 δισεκατομμύρια ευρώ (30,2% του ΑΕΠ), ωστόσο το συνολικό ποσό παραμένει υψηλό στα 78,1 δισεκατομμύρια ευρώ (περίπου 35% του ΑΕΠ).

Η Επιτροπή τονίζει ιδιαίτερα τις δυσκολίες που σχετίζονται με τους πλειστηριασμούς. Οι διαδικασίες αναδιάρθρωσης και αναγκαστικής εκτέλεσης χρεών εξελίσσονται πιο αργά απ’ ότι είχε αρχικά προβλεφθεί λόγω καθυστερήσεων στις δικαστικές διαδικασίες και ενός υψηλού ποσοστού αποτυχημένων πλειστηριασμών. Επίσης σημειώνει ότι υπάρχει περιορισμένο αγοραστικό ενδιαφέρον στους πλειστηριασμούς αυτό μπορεί να συνδέεται με τη μεγάλη διάρκεια της δικαστικής επίλυσης διαφορών μετά τον πλειστηριασμό καθώς και τις καθυστερήσεις στην καταχώριση συναλλαγών στο κτηματολόγιο.

Οι Πηγές των Κόκκινων Δανείων

Στην ειδική ανάλυση για τα κόκκινα δάνεια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει πως η χρηματοπιστωτική κρίση που ξεκίνησε στα τέλη του 2009 είχε καταλυτική επίδραση στην αποπληρωμή των χρεών από τους οφειλέτες προς τις τράπεζες. Η δραματική συρρίκνωση των ιδιωτικών εισοδημάτων σε συνδυασμό με την αύξηση των επιχειρηματικών πτωχεύσεων συνέτειναν στη σημαντική αύξηση των ΜΕΔ έως το έτος κορύφωσης τους το 2015 όπου έφτασαν στο 46,8% όλων των ακαθάριστων τραπεζικών δανείων.

Ως απάντηση σε αυτήν την κατάσταση η ελληνική κυβέρνηση εισήγαγε προγράμματα τιτλοποίησης όπως το Ελληνικό Σχέδιο Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων (HAPS) το οποίο εφαρμόστηκε το 2019 ώστε να μειωθούν οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το HAPS επέτρεψε στις τράπεζες να προχωρούν σε τιτλοποιήσεις ΜΕΔ μεταβιβάζοντας αυτά σε ιδιώτες επενδυτές μέσω κρατικών εγγυήσεων για συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού.

Aν και αυτή η μεταφορά βοήθησε στη μείωση της ποσότητας ΜΕΔ στους ισολογισμούς τραπεζών οι διαχειριστές εξακολουθούν να έχουν υπό τον έλεγχό τους ένα μεγάλο απόθεμα αυτών. Το σύνολο φτάνει ακόμη τα 78,1 δις ευρώ κοντά στο επίπεδο του προηγούμενου αιώνα ενώ είναι ελαφρώς χαμηλότερο συγκριτικά με τα περίπου120 δις ευρώ πριν από οχτώ χρόνια.

Οι Συνέπειες για την Οικονομία

Η ύπαρξη αυτού του μεγάλου ανεξόφλητου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων πιστώσεων έχει αρνητικές συνέπειες για τη συνολική ελληνική οικονομία μέσω διάφορων καναλιών επικοινωνίας.
Οι διαχειριστές πιστώσεων χειρίζονται κυρίως ανοίγματα μέτριου ή υψηλού κινδύνου που ανήκουν κυρίως σε ξένους θεσμικούς επενδυτές όπως διεθνείς εταιρείες κεφαλαίων ή παγκόσμιους οργανισμούς επενδύσεων.
Ωστόσο αυτό σημαίνει ότι οι επιδόσεις αυτών δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στον ελληνικό χρηματοπιστωτικό κλάδο.
Το κράτος μπορεί όμως να πληγεί μέσω πιθανής κατάπτωσης κρατικών εγγυήσεων εφόσον υπάρξει υποαπόδοση έναντι αρχικών προσδοκιών.

“Το συνολικό ποσό εγγυήσεων φτάνει ήδη στα16 ,3διςευρώ μέχρι τον Σεπτέμβριο2024” , γεγονός που αποτελεί ενδεχόμενη υποχρέωση προς κάλυψη εκ μέρους της κυβέρνησης.

Tα νοικοκυριά αποτελούν επίσης σημαντικό κομμάτι όσον αφορά τη συμμετοχή τους στα κόκκινα δάνεια καθώς περιλαμβάνει ενυπόθηκες αλλά κι άλλους τύπους καταναλωτικών χρεών (54%).

Τα ακίνητα ως εγγύηση πολλές φορές παραμένουν δεμένα λόγω μακραίων διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ενώ πολλά ακίνητα αγοράζονται αλλά δεν επιστρέφουν ποτέ στην αγορά δημιουργώντας έτσι στενή προσφορά κατοικίας κι οδηγώντας παράλληλα σε αύξηση τιμών σπιτιών.

Tα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα επιχειρηματικού χαρακτήρα αντιπροσωπεύουν επίσης ένα αξιολόγησιμο ποσοστό(32%)και σχετίζονται κυρίως μ’ επιχειρήσεις βασικών κλάδων όπως εμπόριο ή βιομηχανία.

Μια πρόσφατη έρευνα αποκάλυψε έντονους δεσμούς μεταξύ κόκκινων λογαριασμών κι αύξησης “εταιρειών ζombie”, κάτι που εμποδίζει υγιείς επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.

Καθώς λοιπόν θα μπορούσε μια πιο γρήγορη λύση γύρω απ’ αυτά τα ζητήματα ν’ οδηγήσει σ’ αποτελεσματικότερες κατανέμεις πόρων θα μπορούσε τελικά ν’ ενισχύσει περαιτέρω ανάπτυξης στον χώρο της οικονομικής δραστηριότητας μακριά στο μέλλον.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *