Εν όψει γεωπολιτικών αναταραχών: Πώς ο Έλληνας καταναλωτής θωρακίζεται απέναντι στις νέες προκλήσεις

Η επανεμφάνιση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή φέρνει ξανά στο προσκήνιο τις επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, επηρεάζοντας έμμεσα το κόστος ζωής στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά, ο Έλληνας καταναλωτής εμφανίζεται πιο καλά προετοιμασμένος από ποτέ, έχοντας αναπτύξει «αμυντικούς μηχανισμούς» που του επιτρέπουν να διαχειρίζεται πιο αποτελεσματικά τις ανατιμήσεις και την αβεβαιότητα.

Η συνεχής εμπειρία από διαδοχικές κρίσεις – από τη δημοσιονομική κρίση και την πανδημία, μέχρι την πρόσφατη ενεργειακή αναταραχή – έχει διαμορφώσει ένα νέο, πιο ώριμο καταναλωτικό μοντέλο. Οι καταναλωτές σήμερα είναι καλύτερα ενημερωμένοι, συγκρίνουν συστηματικά τις τιμές και αξιοποιούν ψηφιακά εργαλεία και εφαρμογές για να εντοπίζουν τις πιο συμφέρουσες αγορές. Η «έξυπνη αγορά» έχει πλέον καθιερωθεί ως καθημερινή πρακτική.

Παρά τις υφιστάμενες πιέσεις, η καταναλωτική συμπεριφορά χαρακτηρίζεται από προσαρμοστικότητα και όχι από πανικό. Ο Έλληνας καταναλωτής έχει «εκπαιδευτεί» από τις κρίσεις, υιοθετώντας πρακτικές που του επιτρέπουν να διατηρήσει την αγοραστική του δύναμη όσο το δυνατόν περισσότερο.

Κυρίαρχη τάση είναι η στροφή προς τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία προσφέρουν χαμηλότερη τιμή διατηρώντας παράλληλα ικανοποιητική ποιότητα. Μεγάλα σούπερ μάρκετ ενισχύουν συνεχώς τις σχετικές σειρές προϊόντων, ανταποκρινόμενα στην αυξημένη ζήτηση, ενώ οι καταναλωτές φαίνεται να έχουν ξεπεράσει παλιότερες επιφυλάξεις. Σε πολλές κατηγορίες, τα προϊόντα αυτά αποτελούν πλέον την κύρια επιλογή, αντί για μια εναλλακτική λύση.

Παράλληλα, παρατηρείται ενίσχυση του προγραμματισμού των αγορών. Οι καταναλωτές καταρτίζουν λίστες, αποφεύγουν τις παρορμητικές αγορές και επικεντρώνονται σε προσφορές και εκπτώσεις. Η συστηματική παρακολούθηση φυλλαδίων και προωθητικών ενεργειών έχει γίνει βασικό εργαλείο εξοικονόμησης, ενώ αυξάνεται και η προτίμηση σε μεγαλύτερες συσκευασίες, εφόσον αυτές προσφέρουν χαμηλότερο κόστος ανά μονάδα.

Σημαντική είναι και η προσαρμογή στη διαχείριση της ενέργειας. Η αύξηση του κόστους καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας ωθεί τους καταναλωτές σε πιο συνετή χρήση. Επενδύουν σε ενεργειακά αποδοτικές συσκευές ή προσαρμόζουν τις καθημερινές τους συνήθειες. Η εξοικονόμηση ενέργειας δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά επιτακτική ανάγκη.

Τι φοβίζει τους καταναλωτές

Την ίδια στιγμή, καταγράφονται αυξημένα επίπεδα φόβου, άγχους και ανασφάλειας στους καταναλωτές, λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), οι δείκτες αυτοί υπερβαίνουν αντίστοιχους που είχαν σημειωθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και κατά την περίοδο της περιβαλλοντικής κρίσης.

Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο 16ο Food Retail Conference από τον πρόεδρο του ΙΕΛΚΑ και καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργο Δουκίδη. Από την έρευνα προκύπτει ότι 25% των καταναλωτών δηλώνει ότι αισθάνεται φόβο για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, 27% εκφράζει θυμό, ενώ 26% ανησυχία. Τα ποσοστά αυτά είναι σημαντικά υψηλότερα σε σύγκριση με τον πόλεμο στην Ουκρανία (13% φόβος, 27% θυμός, 17% ανησυχία) και την περιβαλλοντική κρίση (19% φόβος, 14% θυμός, 25% ανησυχία).

Η ανησυχία των νοικοκυριών εστιάζεται κυρίως στις δαπάνες για τρόφιμα και ενέργεια. Το 40% των ερωτηθέντων θεωρεί τις ανατιμήσεις στα τρόφιμα εξαιρετικά επιβαρυντικές για τον προϋπολογισμό του, ενώ το 34% έχει την ίδια άποψη για το ενεργειακό κόστος. Σε ορίζοντα εξαμήνου, το 39% εκτιμά ότι οι αυξήσεις στα τρόφιμα θα συνεχίσουν να πιέζουν σημαντικά, ενώ το 35% αναμένει ανάλογη επιβάρυνση στην ενέργεια.

Σε επίπεδο συμπεριφοράς, οι καταναλωτές αντιδρούν άμεσα περιορίζοντας τις δαπάνες τους. Το 60% δηλώνει ότι αναβάλλει ή ακυρώνει αγορές, ενώ το 54% μειώνει τις δαπάνες για εστίαση και άλλες υπηρεσίες. Παράλληλα, το 40% στρέφεται πιο συστηματικά σε εκπτώσεις, προσφορές και οικονομικότερες εναλλακτικές επιλογές, επιβεβαιώνοντας τη στροφή προς μια πιο «σφιχτή» διαχείριση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των καταναλωτών απέναντι στην κρατική παρέμβαση. Με την εμπειρία από προηγούμενες κρίσεις, σημαντική μερίδα προσδοκά νέα μέτρα στήριξης. Συγκεκριμένα, το 81% αναμένει κάποια μορφή ενίσχυσης για την ενέργεια εντός των επόμενων έξι μηνών, το 77% για τα καύσιμα και το 67% για την αγορά τροφίμων. Αυτό αποτυπώνει τόσο την ένταση των πιέσεων όσο και τη διαμορφωμένη πλέον κουλτούρα προσδοκιών από την πολιτεία.

Εξασθένιση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης

Σύμφωνα με έρευνα οικονομικής συγκυρίας από το ΙΟΒΕ, οι Έλληνες καταναλωτές παραμένουν οι πλέον απαισιόδοξοι στην ΕΕ. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης διαμορφώθηκε τον Μάρτιο στις -52,5 μονάδες, από -49,2 μονάδες τον Φεβρουάριο.

Οι αρνητικές εκτιμήσεις των καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους τους τελευταίους 12 μήνες ενισχύθηκαν ήπια στις -50,0 μονάδες (από -47,7). Το 67% των νοικοκυριών εκτίμησε ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης, ενώ μόνο 2% θεωρεί ότι υπήρξε μικρή βελτίωση. Οι αρνητικές προβλέψεις των καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους τους επόμενους 12 μήνες ενισχύθηκαν έντονα τον Μάρτιο στις -52,7 μονάδες (από -46,6). Το 69% (έναντι 62%) των νοικοκυριών αναμένει ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση, ενώ 2% προβλέπει μικρή βελτίωση.

Ο αρνητικός δείκτης των προβλέψεων των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας τους το επόμενο 12μηνο ενισχύθηκε σημαντικά τον Μάρτιο, φτάνοντας τις -58,8 μονάδες (από -54,0). Το 72% των καταναλωτών προέβλεψε ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση, έναντι 19% (από 21%) που αναμένει σταθερότητα.

Η πρόθεση των καταναλωτών για σημαντικές αγορές τους επόμενους 12 μήνες (επίπλων, ηλεκτρικών συσκευών κ.λπ.) παρέμεινε σταθερή, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στις -48,7 μονάδες (από -48,5). Το 57% (από 58%) των καταναλωτών προέβλεψε ότι θα κάνει λιγότερες ή πολύ λιγότερες δαπάνες, ενώ 3% (από 5%) αναμένει το αντίθετο.

Ο δείκτης της πρόθεσης για αποταμίευση τους επόμενους 12 μήνες βελτιώθηκε ήπια, φτάνοντας τις -67,7 μονάδες από -68,9 τον Φεβρουάριο. Το 87% των νοικοκυριών δεν θεωρεί πιθανή την αποταμίευση στο επόμενο 12μηνο, ενώ 13% τη θεωρεί πιθανή ή πολύ πιθανή.

Ο θετικός δείκτης για τις προβλέψεις μεταβολών στις τιμές τους επόμενους 12 μήνες κλιμακώθηκε έντονα τον Μάρτιο, φτάνοντας τις +53,2 μονάδες, έναντι +40,8 μονάδων τον Φεβρουάριο. Το 76% (από 68%) των νοικοκυριών προέβλεψε άνοδο τιμών με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό, ενώ 8% (από 10%) αναμένει σταθερότητα.

Όσον αφορά τις εκτιμήσεις για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού, το ποσοστό των καταναλωτών που δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα» διαμορφώθηκε στο 63%, μειωμένο από 65% τον προηγούμενο μήνα. Ωστόσο, στο 11% (από 8%) ενισχύθηκε το ποσοστό όσων αναφέρουν ότι αντλούν από τις αποταμιεύσεις τους. Οι καταναλωτές που δήλωσαν ότι αποταμιεύουν λίγο ή πολύ αποτελούν το 20% του συνόλου, ενώ το ποσοστό όσων δήλωσαν ότι «έχουν χρεωθεί» διαμορφώθηκε στο 7% από 6% τον προηγούμενο μήνα.

Στο ερώτημα που αξιολογεί το βαθμό αβεβαιότητας των νοικοκυριών ως προς τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις, το 61,0% έκρινε τον Μάρτιο ότι η οικονομική του κατάσταση μπορεί να προβλεφθεί δύσκολα ή σχετικά δύσκολα, οριακά υψηλότερα από το 60% τον προηγούμενο μήνα.

Μαρία Τσιβγέλη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *