Λαγκάρντ: Είμαστε αποφασισμένοι να συγκρατήσουμε τον πληθωρισμό – Τα δύο δυσμενή σενάρια

Σε μια κρίσιμη καμπή για την ευρωπαϊκή οικονομία, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, έστειλε μήνυμα εγρήγορσης και αποφασιστικότητας, χωρίς πάντως να ανοίξει τα χαρτιά της για το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων στην επόμενη συνεδρίαση του συμβουλίου, τον Απρίλιο. Αναγνώρισε ότι η «γεωπολιτική καταιγίδα» στη Μέση Ανατολή αλλάζει άρδην τα δεδομένα. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου στη Φρανκφούρτη, η οποία ολοκληρώθηκε εσπευσμένα λόγω της αναχώρησής της για τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες, η Λαγκάρντ κατέστησε σαφές ότι η ΕΚΤ δεν βρίσκεται πλέον στην προγενέστερη «άνετη θέση» (good place), αλλά παραμένει «καλά τοποθετημένη» για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους. Η λέξη «αβεβαιότητα» κυριάρχησε στην ομιλία της Λαγκάρντ. Ενώ μέχρι πρόσφατα η ΕΚΤ εξέπεμπε μια αίσθηση σταθερότητας, η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και η επακόλουθη άνοδος στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου επανέφεραν τον εφιάλτη του στασιμοπληθωρισμού στο προσκήνιο. Η Λαγκάρντ απέφυγε προσεκτικά να επαναλάβει τη φράση ότι η ΕΚΤ βρίσκεται σε «καλό σημείο», προτιμώντας να δηλώσει ότι ξεκινά από μια «καλή βάση». Όπως εξήγησε, η ΕΚΤ ξεκινά την αντιμετώπιση του νέου σοκ από τα «τρία δυάρια». πληθωρισμός στο 2%, μεσοπρόθεσμες προσδοκίες πληθωρισμού στο 2% και επιτόκια στο 2%. Αυτή η συμμετρία, σύμφωνα με την ίδια, επιτρέπει στην τράπεζα να επιδείξει την απαραίτητη «ευελιξία» απέναντι στο σοκ που εξελίσσεται. Τα δύο «μαύρα» σενάρια Η πιο ανησυχητική πτυχή της ενημέρωσης αφορούσε την αποκάλυψη ότι οι εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ έχουν επεξεργαστεί εναλλακτικά σενάρια πέρα από το βασικό τους μοντέλο. Η Λαγκάρντ αποκάλυψε την ύπαρξη δύο δυσμενών εκδοχών: Το Δυσμενές Σενάριο: Προβλέπει μια απότομη άνοδο των τιμών ενέργειας, η οποία όμως θα είναι παροδική και οι τιμές θα υποχωρήσουν σταδιακά. Το Σοβαρό Σενάριο: Αποτελεί το χειρότερο δυνατό ενδεχόμενο, όπου το κόστος της ενέργειας εκτοξεύεται και παραμένει σε υψηλά επίπεδα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, πέρα από τον ορίζοντα των προβλέψεων. Η Λαγκάρντ υπογράμμισε ότι υπάρχει «σημαντική διαφορά» μεταξύ αυτών των δύο σε όρους χαμηλότερης ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού. Μια κρίσιμη λεπτομέρεια που επισήμανε είναι ότι ενώ το βασικό σενάριο της ΕΚΤ ενσωματώνει ήδη ληφθέντα μέτρα πολιτικής, τα εναλλακτικά σενάρια αποτελούν «ωμές» απεικονίσεις των κινδύνων χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παρέμβαση της τράπεζας. Το 2026 και το 2022: Γιατί αυτή τη φορά είναι διαφορετικά Απαντώντας σε ερωτήσεις για τα μαθήματα που άντλησε η ΕΚΤ από την πληθωριστική κρίση του 2022, η Λαγκάρντ ήταν κατηγορηματική: «Το 2026 δεν είναι 2022». Σημείωσε ότι σήμερα ο πληθωρισμός βρίσκεται ήδη κοντά στον στόχο και δεν τον έχει υπερβεί κατά πολύ, όπως τότε, όταν βρισκόταν στο 6% πριν την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Επιπλέον, η αγορά εργασίας είναι σταθερή αλλά όχι «υπερθερμασμένη», ενώ δεν παρατηρείται η συσσωρευμένη ζήτηση που ακολούθησε το τέλος των lockdown της πανδημίας. Ωστόσο, εξέφρασε την ανησυχία της για την ψυχολογία των καταναλωτών. «Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό συνδέονται άρρηκτα με τις μνήμες, και οι μνήμες των καταναλωτών από την προηγούμενη κρίση είναι ακόμα νωπές», ανέφερε. Αυτή η δήλωση ερμηνεύεται από αναλυτές ως ένδειξη ότι η ΕΚΤ μπορεί να είναι «πιο έτοιμη να πατήσει τη σκανδάλη» των παρεμβάσεων, αν δει τις προσδοκίες να αποσταθεροποιούνται. Εστίαση στα δεδομένα και κίνδυνοι από τον ιδιωτικό τομέα Η προσέγγιση της ΕΚΤ παραμένει «εξαρτώμενη από τα δεδομένα» (data-dependent), με ιδιαίτερη έμφαση στις αγορές εμπορευμάτων, τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και τους δείκτες μισθών. Η ανησυχία εστιάζεται στο πόσο γρήγορα και σε τι βαθμό η άνοδος της ενέργειας θα μετακυλιστεί στην υπόλοιπη οικονομία. Παρά την κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη, η Λαγκάρντ περιέγραψε το κλίμα εντός του Διοικητικού Συμβουλίου ως «ήρεμο, αποφασιστικό και απόλυτα εστιασμένο στις διαθέσιμες πληροφορίες». Αποκάλυψε μάλιστα ότι η απόφαση για τη διατήρηση των επιτοκίων ήταν ομόφωνη. Εξάλλου, ο Αντιπρόεδρος Λουίς ντε Γκίντος κλήθηκε να σχολιάσει τους κινδύνους στις αγορές ιδιωτικών πιστώσεων (private credit). Παρόλο που υποστήριξε ότι η Ευρώπη είναι λιγότερο εκτεθειμένη από τις ΗΠΑ, επιβεβαίωσε ότι ο εποπτικός βραχίονας της ΕΚΤ (SSM) παρακολουθεί στενά τις διασυνδέσεις με τον τραπεζικό τομέα, κυρίως για πιθανούς κινδύνους ρευστότητας. Τι βλέπουν οι αναλυτές Σύμφωνα με το Bloomberg Economics, η ΕΚΤ «διατηρεί όλες τις επιλογές της ανοιχτές εν μέσω υψηλής αβεβαιότητας». Όπως αναφέρει, «Το Διοικητικό Συμβούλιο στοχεύει σε έναν μετρημένο τόνο, τονίζοντας την ετοιμότητά του να παρέμβει εάν χρειαστεί και δίνοντας σήμα ότι δεν υπάρχει επείγουσα ανάγκη για προσαρμογή των επιτοκίων. Η ΕΚΤ δεν θα έχει λόγο να παρεκκλίνει από μια προσέγγιση αναμονής και αξιολόγησης, τουλάχιστον όχι ακόμα». Η Καμίλ Κοβάρ από τον οίκο Moody’s αναφέρει ότι οι ανησυχίες για αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ την άνοιξη έχουν υποχωρήσει μετά τη σημερινή ημέρα: «Η απόφαση του Μαρτίου για διατήρηση των επιτοκίων ήταν η εύκολη για φέτος, καθώς ήταν πολύ νωρίς για να υπάρξει αντίδραση στην απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Εάν οι τιμές παραμείνουν κοντά στα τρέχοντα επίπεδα μέχρι την επόμενη συνεδρίαση στα τέλη Απριλίου, η απόφαση θα είναι πολύ πιο οριακή. Ωστόσο, το σημερινό δελτίο τύπου ευνοεί την προσέγγιση “περιμένουμε και βλέπουμε” ακόμη και για τον Απρίλιο, καθώς το Διοικητικό Συμβούλιο τόνισε ξεκάθαρα ότι η εστίασή του θα είναι στον μεσοπρόθεσμο πληθωρισμό, οι επιπτώσεις στον οποίο είναι πιο ασαφείς από ό,τι στον βραχυπρόθεσμο». Η εισαγωγική ομιλία της Κριστίν Λαγκάρντ Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε σήμερα να διατηρήσει αμετάβλητα τα τρία βασικά επιτόκια της ΕΚΤ. Είμαστε αποφασισμένοι να διασφαλίσουμε ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον στόχο μας του 2% μεσοπρόθεσμα. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει καταστήσει τις προοπτικές σημαντικά πιο αβέβαιες, δημιουργώντας ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό και καθοδικούς κινδύνους για την οικονομική ανάπτυξη. Θα έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στον βραχυπρόθεσμο πληθωρισμό μέσω των υψηλότερων τιμών ενέργειας. Οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις του θα εξαρτηθούν τόσο από την ένταση και τη διάρκεια της σύγκρουσης, όσο και από το πώς οι τιμές της ενέργειας επηρεάζουν τις τιμές καταναλωτή και την οικονομία. Είμαστε σε καλή θέση για να πλοηγηθούμε σε αυτή την αβεβαιότητα. Ο πληθωρισμός βρίσκεται κοντά στον στόχο μας του 2%, οι μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν καλά εδραιωμένες και η οικονομία έχει δείξει ανθεκτικότητα τα τελευταία τρίμηνα. Οι εισερχόμενες πληροφορίες το επόμενο διάστημα θα μας βοηθήσουν να αξιολογήσουμε πώς ο πόλεμος θα επηρεάσει τις προοπτικές του πληθωρισμού και τους κινδύνους που τις περιβάλλουν. Παρακολουθούμε στενά την κατάσταση και η προσέγγισή μας, που εξαρτάται από τα δεδομένα (data-dependent), θα μας βοηθήσει να καθορίσουμε τη νομισματική πολιτική αναλόγως. Οι νέες προβλέψεις των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ ενσωματώνουν κατ’ εξαίρεση πληροφορίες έως τις 11 Μαρτίου, μεταγενέστερη ημερομηνία από τη συνηθισμένη. Στο βασικό σενάριο, ο γενικός πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 2,6% το 2026, στο 2,0% το 2027 και στο 2,1% το 2028. Ο πληθωρισμός αναθεωρήθηκε προς τα πάνω σε σύγκριση με τις προβλέψεις του Δεκεμβρίου, ειδικά για το 2026. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι τιμές της ενέργειας θα είναι υψηλότερες λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Για τον πληθωρισμό εξαιρουμένων της ενέργειας και των τροφίμων, οι εμπειρογνώμονες προβλέπουν μέσο όρο 2,3% το 2026, 2,2% το 2027 και 2,1% το 2028. Και αυτός είναι υψηλότερος από την πορεία των προβλέψεων του Δεκεμβρίου, κυρίως λόγω της μετακύλισης των υψηλότερων τιμών ενέργειας στον πληθωρισμό χωρίς ενέργεια και τρόφιμα. Οι εμπειρογνώμονες αναμένουν ότι η οικονομική ανάπτυξη θα ανέλθει κατά μέσο όρο στο 0,9% το 2026, στο 1,3% το 2027 και στο 1,4% το 2028. Αυτό συνεπάγεται αναθεώρηση προς τα κάτω, ειδικά για το 2026, αντανακλώντας τις παγκόσμιες επιπτώσεις του πολέμου στις αγορές εμπορευμάτων, στα πραγματικά εισοδήματα και στην εμπιστοσύνη. Ταυτόχρονα, η χαμηλή ανεργία, οι ισχυροί ισολογισμοί του ιδιωτικού τομέα και οι δημόσιες δαπάνες για την άμυνα και τις υποδομές αναμένεται να συνεχίσουν να στηρίζουν την ανάπτυξη. Σύμφωνα με τη δέσμευση της στρατηγικής μας για τη νομισματική πολιτική να ενσωματώνουμε τους κινδύνους και την αβεβαιότητα στη λήψη των αποφάσεών μας, οι εμπειρογνώμονες αξιολόγησαν επίσης πώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επηρεάσει την οικονομική ανάπτυξη και τον πληθωρισμό υπό ορισμένα εναλλακτικά ενδεικτικά σενάρια. Αυτά τα σενάρια θα δημοσιευθούν μαζί με τις προβλέψεις στην ιστοσελίδα μας. Η ανάλυση σεναρίων υποδηλώνει ότι μια παρατεταμένη διακοπή στον εφοδιασμό πετρελαίου και φυσικού αερίου θα οδηγούσε σε πληθωρισμό πάνω από τις βασικές προβλέψεις και σε ανάπτυξη κάτω από αυτές. Οι επιπτώσεις για τον μεσοπρόθεσμο πληθωρισμό εξαρτώνται καθοριστικά από το μέγεθος των έμμεσων και δευτερογενών επιπτώσεων ενός ισχυρότερου και πιο επίμονου ενεργειακού σοκ. Θα ακολουθήσουμε μια προσέγγιση βασισμένη στα δεδομένα και ανά συνεδρίαση για τον καθορισμό της κατάλληλης κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής. Ειδικότερα, οι αποφάσεις μας για τα επιτόκια θα βασίζονται στην αξιολόγηση των προοπτικών του πληθωρισμού και των κινδύνων που τις περιβάλλουν, υπό το πρίσμα των εισερχόμενων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών δεδομένων, καθώς και της δυναμικής του υποκείμενου πληθωρισμού και της ισχύος της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Δεν δεσμευόμαστε εκ των προτέρων για μια συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων. Οι αποφάσεις που ελήφθησαν σήμερα παρατίθενται σε δελτίο τύπου που διατίθεται στην ιστοσελίδα μας. Θα περιγράψω τώρα λεπτομερέστερα πώς βλέπουμε την εξέλιξη της οικονομίας και του πληθωρισμού και στη συνέχεια θα εξηγήσω την αξιολόγησή μας για τις χρηματοπιστωτικές και νομισματικές συνθήκες. Οικονομική δραστηριότητα Η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 0,2% το τέταρτο τρίμηνο του 2025, ωθούμενη από την ισχυρότερη εγχώρια ζήτηση. Τα νοικοκυριά αύξησαν τις δαπάνες τους καθώς τα πραγματικά εισοδήματα αυξήθηκαν και η ανεργία παρέμεινε κοντά στο ιστορικό χαμηλό της. Οι κατασκευές και οι ανακαινίσεις κατοικιών ενισχύθηκαν, και οι επιχειρήσεις επένδυσαν περισσότερο, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η έρευνα και ανάπτυξη, το λογισμικό και οι βάσεις δεδομένων. Η ανάπτυξη δεν επιβαρυνόταν πλέον από τις καθαρές εξαγωγές, όπως συνέβαινε τα προηγούμενα δύο τρίμηνα. Στηρίχθηκε κυρίως από τις υπηρεσίες. Οι εμπειρογνώμονες εξακολουθούν να θεωρούν την ιδιωτική κατανάλωση ως τον κύριο μοχλό ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα. Οι επενδύσεις θα πρέπει επίσης να συνεχίσουν να αυξάνονται, με τις κυβερνήσεις να δαπανούν περισσότερα για την άμυνα και τις υποδομές, και τις επιχειρήσεις να επενδύουν όλο και περισσότερο σε νέες ψηφιακές τεχνολογίες. Το εξωτερικό περιβάλλον παραμένει προκλητικό, δεδομένων και των ασταθών παγκόσμιων εμπορικών πολιτικών. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή διαταράσσει τις αγορές εμπορευμάτων και επιβαρύνει τα πραγματικά εισοδήματα και την εμπιστοσύνη. Αυτό οδήγησε σε αναθεώρηση προς τα κάτω της κατανάλωσης και των επενδύσεων στις βασικές προβλέψεις των εμπειρογνωμόνων, ειδικά για το 2026. Ο αντίκτυπος θα ήταν ακόμη πιο έντονος σε εναλλακτικά σενάρια με ένα πιο σοβαρό και παρατεταμένο ενεργειακό σοκ. Το Διοικητικό Συμβούλιο υπογραμμίζει την επείγουσα ανάγκη ενίσχυσης της οικονομίας της ζώνης του ευρώ, διατηρώντας παράλληλα υγιή δημόσια οικονομικά. Οποιεσδήποτε δημοσιονομικές αντιδράσεις στο σοκ των τιμών της ενέργειας θα πρέπει να είναι προσωρινές, στοχευμένες και προσαρμοσμένες. Η τρέχουσα ενεργειακή κρίση υπογραμμίζει την επιτακτική ανάγκη για περαιτέρω μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Η ολοκλήρωση της ένωσης αποταμιεύσεων και επενδύσεων είναι ζωτικής σημασίας για τη χρηματοδότηση της καινοτομίας και τη στήριξη της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης. Το ψηφιακό ευρώ και το “tokenised” χρήμα κεντρικής τράπεζας για συναλλαγές χονδρικής θα ενισχύσουν τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, την ανταγωνιστικότητα και τη χρηματοπιστωτική ενοποίηση, και θα τονώσουν την καινοτομία στις πληρωμές. Είναι επομένως απαραίτητο να εγκριθεί γρήγορα ο Κανονισμός για τη θέσπιση του ψηφιακού ευρώ. Η απλούστευση και εναρμόνιση των κανόνων σε ολόκληρη την Ενιαία Αγορά της ΕΕ θα βοηθήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αναπτυχθούν ταχύτερα. Πληθωρισμός Ο πληθωρισμός αυξήθηκε στο 1,9% τον Φεβρουάριο, από 1,7% τον Ιανουάριο. Οι τιμές της ενέργειας ήταν 3,1% χαμηλότερες από ό,τι πριν από ένα έτος, αφού τον Ιανουάριο ήταν 4,0% χαμηλότερες. Ο πληθωρισμός των τιμών των τροφίμων υποχώρησε ελαφρώς στο 2,5%. Ο πληθωρισμός εξαιρουμένων της ενέργειας και των τροφίμων αυξήθηκε στο 2,4% τον Φεβρουάριο, από 2,2% τον Ιανουάριο. Η αύξηση αντανακλούσε την άνοδο του πληθωρισμού των αγαθών στο 0,7% από 0,4% και την άνοδο του πληθωρισμού των υπηρεσιών στο 3,4% από 3,2%. Οι δείκτες του υποκείμενου πληθωρισμού έχουν αλλάξει ελάχιστα τους τελευταίους μήνες και παραμένουν συνεπείς με τον μεσοπρόθεσμο στόχο μας του 2%. Τα εταιρικά κέρδη ανέκαμψαν περαιτέρω το τέταρτο τρίμηνο του 2025, ενώ το μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξήθηκε με παρόμοιο ρυθμό όπως το προηγούμενο τρίμηνο. Η αύξηση των αποδοχών ανά εργαζόμενο επιβραδύνθηκε στο 3,7%, από 4,0% το τρίτο τρίμηνο. Η αύξηση των μισθών μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων και οι μελλοντικοί δείκτες, όπως ο ιχνηλάτης μισθών της ΕΚΤ και οι έρευνες για τις μισθολογικές προσδοκίες, υποδηλώνουν ότι το κόστος εργασίας θα υποχωρήσει περαιτέρω κατά τη διάρκεια του 2026, γεγονός που αναμένεται να στηρίξει την επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας που προκλήθηκε από τον πόλεμο θα ωθήσει τον πληθωρισμό πάνω από το 2% βραχυπρόθεσμα. Εάν επιμείνουν, οι υψηλότερες τιμές ενέργειας ενδέχεται να οδηγήσουν σε ευρύτερη αύξηση του πληθωρισμού μέσω έμμεσων και δευτερογενών επιπτώσεων, μια κατάσταση που απαιτεί στενή παρακολούθηση. Οι πληθωριστικές προσδοκίες στις χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν αυξηθεί σημαντικά σε βραχύτερους ορίζοντες. Τα περισσότερα μέτρα των μακροπρόθεσμων πληθωριστικών προσδοκιών κυμαίνονται γύρω στο 2%, στηρίζοντας τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού γύρω από τον στόχο μας. Αξιολόγηση κινδύνων Οι κίνδυνοι για τις προοπτικές της ανάπτυξης κλίνουν προς τα κάτω, ειδικά βραχυπρόθεσμα. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποτελεί καθοδικό κίνδυνο για την οικονομία της ζώνης του ευρώ, προστιθέμενος στο ασταθές παγκόσμιο περιβάλλον πολιτικής. Ένας παρατεταμένος πόλεμος θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές της ενέργειας περαιτέρω και για μεγαλύτερο διάστημα από ό,τι αναμένεται επί του παρόντος, επιβαρύνοντας επίσης την εμπιστοσύνη. Αυτοί οι παράγοντες θα διάβρωναν τα εισοδήματα και θα καθιστούσαν τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά πιο διστακτικά να επενδύσουν και να δαπανήσουν. Μια επιδείνωση του κλίματος στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσε να αποδυναμώσει περαιτέρω τη ζήτηση. Πρόσθετες τριβές στο διεθνές εμπόριο θα μπορούσαν να διαταράξουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες, να μειώσουν τις εξαγωγές και να εξασθενήσουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Άλλες γεωπολιτικές εντάσεις, και ειδικότερα ο αδικαιολόγητος πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, παραμένουν σημαντική πηγή αβεβαιότητας. Αντίθετα, η ανάπτυξη θα μπορούσε να αποδειχθεί υψηλότερη εάν οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή αποδειχθούν πιο βραχύβιες από ό,τι αναμένεται. Επιπλέον, οι προγραμματισμένες δαπάνες για την άμυνα και τις υποδομές, οι μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ ενδέχεται να ωθήσουν την ανάπτυξη περισσότερο από το αναμενόμενο. Νέες εμπορικές συμφωνίες και μια βαθύτερη ενοποίηση της Ενιαίας Αγοράς θα μπορούσαν επίσης να ενισχύσουν την ανάπτυξη πέρα από τις τρέχουσες προσδοκίες. Οι κίνδυνοι για τις προοπτικές του πληθωρισμού κλίνουν προς τα πάνω, ειδικά βραχυπρόθεσμα. Ένας παρατεταμένος πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη και μεγαλύτερης διάρκειας ανοδική μετατόπιση των τιμών της ενέργειας από ό,τι αναμένεται επί του παρόντος, αυξάνοντας περαιτέρω τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ. Αυτό θα μπορούσε να ενισχυθεί και να γίνει πιο επίμονο εάν οι πληθωριστικές προσδοκίες και η αύξηση των μισθών αυξάνονταν ως αντίδραση, εάν η αύξηση των τιμών της ενέργειας μετακυλιόταν στον πληθωρισμό εκτός ενέργειας σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι προβλέπεται στο βασικό σενάριο, ή εάν ο πόλεμος διέκοπτε ευρύτερα τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι συνεχιζόμενες εμπορικές εντάσεις θα μπορούσαν επίσης να οδηγήσουν σε πιο κατακερματισμένες παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, να περιορίσουν την προσφορά κρίσιμων πρώτων υλών και να εντείνουν τους περιορισμούς παραγωγικής ικανότητας στην οικονομία της ζώνης του ευρώ. Αντίθετα, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αποδειχθεί χαμηλότερος εάν οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή αποδειχθούν πιο βραχύβιες ή εάν οι έμμεσες και δευτερογενείς επιπτώσεις αποδειχθούν λιγότερο έντονες από ό,τι αναμένεται. Ο πληθωρισμός θα μπορούσε επίσης να είναι χαμηλότερος εάν οι δασμοί μείωναν τη ζήτηση για τις εξαγωγές της ζώνης του ευρώ περισσότερο από το αναμενόμενο και εάν χώρες με πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα αύξαναν περαιτέρω τις εξαγωγές τους προς τη ζώνη του ευρώ. Οι πιο ασταθείς και επιφυλακτικές ως προς τον κίνδυνο χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν επίσης να επιβαρύνουν τη ζήτηση και συνεπώς να μειώσουν τον πληθωρισμό. Χρηματοπιστωτικές και νομισματικές συνθήκες Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή είχε έντονο αντίκτυπο στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι συνολικές χρηματοπιστωτικές συνθήκες έχουν γίνει πιο σφιχτές από την τελευταία μας συνεδρίαση. Τα χρηματιστήρια έχουν υποχωρήσει και τα επιτόκια της αγοράς στη ζώνη του ευρώ, ιδιαίτερα τα βραχυπρόθεσμα, έχουν σημειώσει αισθητή άνοδο. Τον Ιανουάριο, τα τραπεζικά επιτόκια δανεισμού προς τις επιχειρήσεις και το κόστος έκδοσης χρέους μέσω των αγορών παρέμειναν και τα δύο στο 3,6%, ενώ το μέσο επιτόκιο των νέων στεγαστικών δανείων αυξήθηκε ελαφρώς στο 3,4%. Ο τραπεζικός δανεισμός προς τις επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 2,8% σε ετήσια βάση τον Ιανουάριο, από 3,0% τον Δεκέμβριο. Ωστόσο, αυτό αντισταθμίστηκε από την ισχυρότερη έκδοση εταιρικών ομολόγων, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης να ανέρχεται στο 4,0%, από 3,5% τον Δεκέμβριο. Ο στεγαστικός δανεισμός αυξήθηκε κατά 3,0%, αμετάβλητος σε σχέση με τον Δεκέμβριο. Συμπέρασμα Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε σήμερα να διατηρήσει αμετάβλητα τα τρία βασικά επιτόκια της ΕΚΤ. Είμαστε αποφασισμένοι να διασφαλίσουμε ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον στόχο μας του 2% μεσοπρόθεσμα. Θα ακολουθήσουμε μια προσέγγιση βασισμένη στα δεδομένα και ανά συνεδρίαση για τον καθορισμό της κατάλληλης κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής. Οι αποφάσεις μας για τα επιτόκια θα βασίζονται στην αξιολόγηση των προοπτικών του πληθωρισμού και των κινδύνων που τις περιβάλλουν, υπό το πρίσμα των εισερχόμενων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών δεδομένων, καθώς και της δυναμικής του υποκείμενου πληθωρισμού και της ισχύος της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Δεν δεσμευόμαστε εκ των προτέρων για μια συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων. Σε κάθε περίπτωση, παραμένουμε έτοιμοι να προσαρμόσουμε όλα τα μέσα μας εντός της εντολής μας, προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί βιώσιμα στον μεσοπρόθεσμο στόχο μας και να διαφυλάξουμε την ομαλή λειτουργία της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.