Διεύρυνση του Μισθολογικού Χάσματος μεταξύ Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα
Το χάσμα στους μισθούς που λαμβάνουν οι υπάλληλοι του ιδιωτικού τομέα σε σύγκριση με εκείνους που εργάζονται στον δημόσιο τομέα συνεχώς μεγαλώνει. Η τάση αυτή έχει ενταθεί τα τελευταία δέκα χρόνια, ενώ μεταξύ 2022 και 2023 η διαφορά διευρύνθηκε λόγω των αυξήσεων στους κατώτατους μισθούς.
Αυτά τα συμπεράσματα προκύπτουν από την τρίτη ανάλυση επικαιρότητας για το 2025 του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) με τίτλο «Χάσμα αμοιβών και μισθολογικό πλεόνασμα ιδιωτικού και δημόσιου τομέα». Σύμφωνα με την εκτίμηση της διαφοράς αμοιβών ανάμεσα σε δύο ισοδύναμους εργαζόμενους, έναν στον δημόσιο και έναν στον ιδιωτικό τομέα, αποδεικνύεται ότι οι αποδοχές στο δημόσιο είναι σημαντικά χαμηλότερες.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πρώτη μέθοδο εκτίμησης (Mincer 1974), οι καθαρές ωριαίες αποδοχές στον δημόσιο τομέα είναι κατά 14,6% χαμηλότερες από αυτές του ιδιωτικού. Όσον αφορά τις μηνιαίες καθαρές αποδοχές, η διαφορά υπέρ του ιδιωτικού τομέα φτάνει στο 18,6%. Με βάση τη δεύτερη μέθοδο εκτίμησης (Oaxaca 1973 και Blinder 1973),οι ωριαίες αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων είναι κατά 13,3% μικρότερες συγκριτικά με τον ιδιωτικό τομέα. Αντίστοιχα, οι μηνιαίες αποδοχές τους υστερούν κατά 15,8%.
Από τις δύο αυτές προσεγγίσεις γίνεται σαφές ότι η διάκριση στους μισθούς προς όφελος του ιδιωτικού τομέα έχει επεκταθεί μεταξύ των ετών 2022-2023 εξαιτίας της αύξησης των κατώτατων μισθών στην αγορά εργασίας. Έτσι λοιπόν καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα δεν έχουν κάποιο πλεονέκτημα στις αμοιβές τους σε σχέση με τον αντίστοιχο ιδιωτικό κλάδο. Αντιθέτως,λόγω της διαδικασίας καθορισμού των μισθών στο δημόσιο σύστημα εργασίας,οι σχετικές αμοιβές υπολείπονται σημαντικά εκείνων που προσφέρονται στον ιδιωτικό sector.
Aίτια για τη Διαφορά Μισθών
Η αρνητική αυτή διαφοροποίηση οφείλεται κυρίως στη στασιμότητα των μισθών στην κρατική υπηρεσία τα τελευταία δέκα χρόνια καθώς επίσης στη σχετική ανελαστικότητα στις αλλαγές του οικονομικού περιβάλλοντος. Οι μισθολογικές συνθήκες στο δημόσιο δεν προκύπτουν μέσω διαδικασιών διαπραγματεύσεων αλλά αποφασίζονται διοικητικά γεγονός που οδηγεί σε περιορισμένη ευελιξία.
Για παράδειγμα, στην αγορά εργασίας του ιδιωτικού sector η αύξηση της ανεργίας ασκεί πιέσεις προς τα κάτω στους μισθούς κάτι που δεν συμβαίνει αντίστοιχα στο Δημόσιο. Επιπλέον όπως αναφέρουν οι συγγραφείς της έκθεσης η παρατήρηση πως υπάρχει αντίστροφη σχέση ανάμεσα στην αύξηση απασχόλησης και σταδιακή άνοδος των ωρών εργασίας δεν ισχύει για τον κρατικό κλάδο.
Η συνδυασμένη επίδραση περικοπής στους δημοσίους υπάλληλους μαζί με την εφαρμογή ενός ενιαίου συστήματος πληρωμών για νέες προσλήψεις οδήγησε τον μέσο όρο να μειωθεί αισθητά. Στον αντίποδα όταν βελτιώθηκαν οικονομικά δεδομένα όπως πτώση ανεργίας ή αύξηση ΑΕΠ παρατηρήθηκε άνοδος στις απολαβές του ιδιωτικού sector ενώ παρέμειναν στάσιμες όσες αντιστοίχιζαν τους δημοσίους υπάλληλους. Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί ένα αρχικά θετικό πλεόνασμα σε ένα σοβαρό χάσμα αμοιβής.
