Σε πρόσφατη πολιτική συζήτηση, ένας παλαιός διπλωμάτης, με βαθιά γνώση των συζητήσεων που διεξάγονται στις δυτικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και πέρα από τον Ατλαντικό, ισχυρίστηκε τα εξής: Σε κανένα δυτικό πολιτικό κέντρο δεν υπάρχουν προβλέψεις για πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα το 2027.
Το newsletter του webreporter καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Καμία διεθνής πολιτική και οικονομική δύναμη δεν επενδύει σε κανέναν από τους αντιπάλους του σημερινού Πρωθυπουργού. Παραδόξως, το ίδιο συμβαίνει και στο εσωτερικό της χώρας. Ως απόδειξη, ανέφερε τη διεθνή ειδησεογραφία: Παρότι δέχεται κριτική από ευρωπαϊκά ΜΜΕ και οργανώσεις με παγκόσμια ακτινοβολία, δεν γίνεται καμία αναφορά σε εσωτερικές πολιτικές διεργασίες που οδηγούν σε κυβερνητική αλλαγή.
Κατά τον ίδιο διπλωμάτη, η πολιτική ακινησία δεν συνιστά «σταθερότητα» για τη χώρα, αλλά ένα μειονέκτημα που την παγιδεύει στις μονομερείς επιλογές ενός προσωποκεντρικού συστήματος εξουσίας. Η μακροημέρευσή του δεν προέρχεται από την πολιτική υπεροχή του ή τις επιδόσεις του για την πλειοψηφία του πληθυσμού, αλλά από τον έλεγχο των κεντρικών νευρώνων της Πολιτείας – πέραν της στρεβλής λειτουργίας του Κοινοβουλίου: Δικαιοσύνη, Θεσμοί, Ενημέρωση, Πολιτειακή ηγεσία, Ροή του Χρήματος, Ιδιωτική διπλωματία. Επίσης, σύμφωνα με πολλές εκτιμήσεις, επηρεάζει και τις εξελίξεις στην… αντιπολίτευση, διαμορφώνοντας το περιεχόμενο του δημόσιου διαλόγου και θέτοντας στο περιθώριο τη θεματολογία που δεν τον ευνοεί.
Αυτή η οπτική των πολιτικών εξελίξεων σε μια κοινοβουλευτική Δημοκρατία αρχικά αιφνιδιάζει. Αλλά καθώς επιβεβαιώνεται από τα πράγματα, αρχίζει να γίνεται ανατριχιαστική.
Ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι ένας Πρωθυπουργός, ο οποίος ως πολιτική προσωπικότητα δεν τοποθετείται από κανέναν αμερόληπτο παρατηρητή, ούτε από την κοινή γνώμη, στην πρώτη σειρά των πολιτικών που διαμόρφωσαν τη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, έχει καλές πιθανότητες να εξασφαλίσει τρίτη συνεχόμενη θητεία. Αυτό δεν το κατάφεραν οι «μεγάλοι» αυτής της περιόδου, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που δεν το επιχείρησε καν, ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κ. Σημίτης.
Από τα ιστορικά και τρέχοντα συμφραζόμενα, εύκολα διαμορφώνεται η εντύπωση ότι «κάτι δεν δουλεύει καλά» σε μια χώρα που, για πρώτη φορά στην Ιστορία της, έχει ομαλό πολιτικό βίο ήδη για περισσότερο από μισό αιώνα – πρωτίστως επειδή λειτούργησε ο θεμελιώδης κανόνας της εναλλαγής στη διακυβέρνηση. Το ότι δεν αποτράπηκε η χρεοκοπία της στην οικονομία, είναι άλλη υπόθεση.
Η τρίτη θητεία Μητσοτάκη δεν θα τον καταστήσει απλώς – νομίμως – πανίσχυρο, αλλά και απολύτως ανεξέλεγκτο, καθώς ήδη έχει εξουδετερώσει τα θεσμικά αντίβαρα που χρειάζεται το πολιτικό σύστημα για να λειτουργήσει υγιώς. Σε κανέναν σώφρονα πολίτη δεν προκαλεί ενθουσιασμό αυτή η προοπτική, αν ληφθεί υπόψη πώς ακριβώς χρησιμοποίησε ως τώρα την εξουσία και ποιοι επωφελήθηκαν από τις – χωρίς εσωτερική συζήτηση και δημοκρατικό έλεγχο – επιλογές του. Και αν δει κανείς από μακριά την εικόνα, εκπλήσσεται με τα στοιχεία που τη διαμορφώνουν.
Το παράδοξο της δημοσκοπικής κυριαρχίας
Τα τελευταία χρόνια, οι δημοσκόποι επαναλαμβάνονται μονότονα, με τρόπο που, αν δεν υποδηλώνει ερευνητική ανεπάρκεια, δημιουργεί υπόνοιες για οιονεί καρτελοποίηση και μονομέρεια. Οι έρευνες που κοινοποιούν, χωρίζονται σταθερά και πανομοιότυπα πλέον σε δύο κεφάλαια.
Στο πρώτο, δείχνουν ότι οι πολίτες κρίνουν, σε διαρκώς αυξανόμενο βαθμό, ότι «τα πράγματα δεν πάνε καλά» για τη χώρα. Δηλώνουν απογοητευμένοι, αν όχι οργισμένοι με τη σημερινή κυβέρνηση, απορρίπτουν την πολιτική της και θέλουν να φύγει στις επόμενες εκλογές.
Στο δεύτερο μέρος, φέρονται να δίνουν απαντήσεις που δείχνουν ότι το πιθανότερο είναι ότι αυτή η κυβέρνηση, με τον ίδιο Πρωθυπουργό, θα παραμείνει – έστω με κάποια κοινοβουλευτική σύμπραξη! Ήτοι: ψηφίζουν ως νέα κυβερνώσα δύναμη το κόμμα του οποίου την πολιτική είχαν μόλις απορρίψει.
Δεν βγάζει νόημα. Πώς γίνεται η ισχυρή συλλογική απόρριψη της κυβέρνησης να συνυπάρχει με επιλογές που κρατούν στην εξουσία το «σύστημα Μητσοτάκη» – αν επρόκειτο να στηθούν κάλπες «την επόμενη Κυριακή»; Ότι η αντιπολίτευση παραμένει πολυδιασπασμένη και οι ηγεσίες των κομμάτων της δεν εμπνέουν, ούτε δείχνουν πολιτική επάρκεια, δεν συνιστά πειστικό λόγο συλλογικού αυτοχειριασμού.
Λογικά, το συλλογικό κύμα απόρριψης ακυρώνει κάθε ενδεχόμενο να παραμείνει η διακυβέρνηση στην ίδια κομματική – μάλλον… οικογενειακή – και οικονομική κάστα. Οι δημοσκόποι όμως το αναιρούν, με την πριμοδότηση του κυβερνώντος κόμματος με τη μέθοδο της «αναγωγής»: από αποχωρούσα μειοψηφία, μετατρέπεται σε εκ νέου κοινοβουλευτική πλειοψηφία στο ίδιο το γκάλοπ. Έτσι, το «δείγμα» της μέτρησης, πρώτα δείχνει το τέλος της διακυβέρνησης Μητσοτάκη και μετά θεμελιώνει την παράτασή της. Παραλογισμός.
Αυτοεκπληρούμενες προφητείες
Η επανάληψη των δημοσκοπικών δεδομένων θα μπορούσε να είναι τεκμήριο αξιοπιστίας τους. Μπορεί όμως και να είναι βιομηχανία που διαμορφώνει όρους αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Ιδίως όταν το δημοσκοπικό προϊόν, παρότι προορίζεται για δημόσια κατανάλωση, δεν ελέγχεται από καμία δημόσια αρχή. Και οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις που το παράγουν συναρτούν την επιβίωσή τους από την κυβερνητική εύνοια και κρατικούς πόρους.
Η αποκάλυψη – στο webreporter – από τον «πατριάρχη» των δημοσκόπων Δημ. Μαύρο ότι ένα γκάλοπ κοστίζει 3-6.000 ευρώ, διευρύνει την υπόνοια ότι η δημοσκοπική πληθώρα ούτε «φωτογραφίζει τη στιγμή» ούτε αναδεικνύει τάσεις, καθώς γι’ αυτό απαιτείται μεγαλύτερο ερευνητικό εύρος με αντίστοιχο κόστος.
Σε κάθε περίπτωση, τα «ευρήματα» των – υπερβολικά πολλών για να επιβιώνουν ως επιχειρήσεις σε έναν τόσο μικρό πληθυσμό – εταιριών έρευνας κοινής γνώμης, αντικειμενικά υποστηρίζουν το κυβερνητικό αφήγημα: «Κάνουμε λάθη, αλλά είμαστε οι καλύτεροι». «Η κόλαση είναι οι άλλοι», που θα έλεγε ο Σαρτρ.
Το αντιπολιτευτικό παράδοξο
Καθώς κόλαση στον Κοινοβουλευτισμό είναι να ελέγχει τα πάντα η Εκτελεστική Εξουσία, το ανάγλυφο του σημερινού πολιτικού σκηνικού δεν είναι και πολύ συμβατό με τους όρους λειτουργίας μιας Δημοκρατίας.
Στο δεξιό τμήμα, εμφανίζεται σταθερά κυρίαρχος ένας Πρωθυπουργός του οποίου η πολιτική απορρίπτεται. Και απέναντι κινούνται ηγετίσκοι που ανατρέχουν επιλεκτικά στο παρελθόν για να βρουν λόγο ύπαρξης και κομμάτια που ψαρεύουν στη λούμπεν πλευρά της κοινωνίας για να υπάρξουν.
Πώς γίνεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που δεν υπήρξε ποτέ πολιτικός με προσωπική ακτινοβολία, να προκύπτει διαρκώς ως «ο νικητής τα παίρνει όλα»;
Να καταπίνει, στον ευρύτερο παραταξιακό χώρο, πολιτικούς σαν τον Καραμανλή και τον Σαμαρά, που δεν είναι ούτε χτεσινοί στο κόμμα τους, ούτε ερασιτέχνες στην πολιτική. Ωστόσο, οι αντιδράσεις τους απέναντί του είναι οριακές. Γιατί δεν χρησιμοποιούν καν ότι υπάρχει στο οπλοστάσιό τους για την οικογένεια που λεηλάτησε τον πολιτικό φορέα που, ως πρόσφατα, είχε τα ονόματά τους στο οικόσημο; Ούτε τον καλούν στα μαρμαρένια αλώνια, αν πράγματι κρίνουν ότι βλέπει την παράταξή τους… Και όποιος επιβιώσει… ως παραταξιάρχης…
Γιατί, πέρα από τη ΝΔ, κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν άσκησαν ποτέ πραγματική αντιπολίτευση, σε μια κυβέρνηση-κουρελού, διάτρητη από παντού; Με πολιτικό προσωπικό, από την κορυφή μέχρι τις παρυφές της, που εκτίθεται διαρκώς με το λόγο και τις πράξεις του…
Γιατί, ως «εκφραστές της Δημοκρατικής παράταξης», ο Τσίπρας, ο Ανδρουλάκης και ο Φάμελος, που ηγούνται των ομάδων της αντιπολίτευσης, λειτουργούν ως φύλαρχοι που ενδιαφέρονται να διατηρήσουν τη σκηνή τους; Δεν οργάνωσαν ποτέ τη λαϊκή δυσφορία σε κινητοποιήσεις, απεργιακές δράσεις και ανοιχτές συγκρούσεις με τη Δεξιά και τους μηχανισμούς της.
Ακόμη και ο πολύπειρος Βενιζέλος δεν πυροβολεί στο δόξα πατρί τον Νεομητσοτακισμό, αλλά αρκείται σε ασκήσεις συνταγματικής αντιπολίτευσης. Κινούμενος στο πεδίο της θεωρίας και καθόλου της πράξης – υπό το πρόσχημα της «μεταπολιτικής» και του πολιτικού καθωσπρεπισμού…
Γιατί η «ασυγκράτητη και αθυρόστομη» Ζωή Κωνσταντοπούλου στήνει το τσαντίρι της στη ρητορική της ανισορροπίας, με τρόπο που εξυπηρετεί την απόκρουση κάθε μορφής που απειλεί την κυβέρνηση; Όπως και ο τηλεπωλητής Βελόπουλος στήνει την παράγκα του για παζάρι. Ακόμη και ο νηφάλιος αλλά και «αγωνιστικός» Κουτσούμπας απλώς οχυρώνει το φρούριο του Περισσού…
Πού είναι οι πράξεις πραγματικών αντιπολιτευόμενων φορέων;
Το αντιπολιτευτικό παράδοξο λειτουργεί συμπληρωματικά με τους μιντιάρχες που υπήρξαν χορηγοί στην «ηγετοποίηση» Μητσοτάκη στη ΝΔ και την επικράτησή του στη διακυβέρνηση. Και προς ενίσχυση, στήριξαν ως αντιπολιτευόμενες δυνάμεις πρόσωπα που δεν έχουν καμία σχέση με την ουσία της πολιτικής, σαν τον Κασσελάκη και την Καρυστιανού…
Τυχαίο; «Δεν νομίζω Τάκη», που έλεγε μια παλιά διαφήμιση…
Ο «επαγγελματισμός» του Μητσοτάκη και οι κομπάρσοι
Να κάνουμε ταμείο: Η ελληνική δημοσκοπική δημοκρατία ψηφίζει Μητσοτάκη, η μιντιοκρατία προστατεύει τον Μητσοτάκη και η αντιπολίτευση απλώς… μαλώνει τον Μητσοτάκη.
Γιατί, ουδείς αξιοποιεί τη λαϊκή δυσφορία απέναντι του – με τυπικά αντιπολιτευτικά εργαλεία; Όπως τα είχαν χρησιμοποιήσει το παρελθόν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κώστας Μητσοτάκης, ο Κ. Καραμανλής, αλλά και ο Κυριάκος Μητσοτάκης;
Οι – εύλογες για αντιπολίτευση – μέθοδοι και η συναφής ρητορική δεν χρησιμοποιούνται από τους σημερινούς αντιπολιτευόμενους. Αντίθετα – με πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις τον Τσίπρα και τον Ανδρουλάκη, αλλά και την Κωνσταντοπούλου – οι επικεφαλής της αντιπολίτευσης προσδοκούν στην εύνοια των ιδίων μιντιακών και οικονομικών κέντρων που ανέδειξαν και στηρίζουν τον Μητσοτάκη. Προφανώς με την ελπίδα ότι κάποτε θα τους… επιστρατεύουν, ως καλύτερους στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Όπως γίνεται συχνά στην πολιτική.
Μόνο που, για να επιστρέψουμε στον διπλωμάτη από τον οποίο ξεκίνησε αυτή η ανάλυση, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Κομπάρσοι είναι, όχι μέλλοντες πρωταγωνιστές.
Για να εξηγηθεί αυτή η πρωτογενής κατάσταση – στα πλαίσια της οποίας το πολιτικό σκηνικό ρευστοποιείται μόνο για να καταλήξει πάλι στον Μητσοτάκη, που παγιώνεται ως παράγοντας εξουσίας – δεν χρειάζονται θεωρίες συνωμοσίας. Δεν είναι έργο κάποιων σκοτεινών κέντρων.
Είναι αποτέλεσμα σχεδιασμών του ιδίου του Μητσοτάκη, που, ως «επαγγελματία», όπως του αναγνώρισε, μάλλον έντρομος, ο Τσίπρας, ξεπατικώνει τις μεθόδους που κρατούν επί μακρόν στην εξουσία όχι ηγέτες σαν τη Μέρκελ και τον Κολ, που μακροημέρευσαν τηρώντας τους κανόνες που ενίσχυαν και δεν υπέτασσαν το πολιτικό σύστημα των χωρών τους σε προσωπικές φιλοδοξίες.
Περισσότερο τείνει προς τον Όρμπαν, τον Ρούτε και τον Ερντογάν. Για να μην πάμε στον Πούτιν και τον Λουκασένκο, που κυβερνούν διαρκώς με εκλογικά αποτελέσματα που προκύπτουν από την αφλογιστία των αντιπάλων τους, για την οποία φροντίζουν οι ίδιοι.
Συμπέρασμα: Με αυτά τα δεδομένα, έχουν δίκιο όσοι παρατηρούν ότι καμία πολιτική αλλαγή δεν φαίνεται στον ελληνικό ορίζοντα, ώστε να απομακρυνθεί ο Μητσοτάκης, όσο ο ιδεολογικός και πολιτικός χώρος που καλύπτει η αντιπολίτευση δεν αναδεικνύει νέους ηγέτες. Ήτοι, πρόσωπα που δεν θα είναι του «χεριού του», αλλά θα αντιλαμβάνονται ότι η πολιτική είναι αναμέτρηση και όχι σύστημα με επετηρίδες και αναζήτηση χορηγών…
