Ο «παλιός» Καραμανλής για τον νεότερο: Στην πολιτική, όλοι αντιμετωπίζουν το τέλος που τους αξίζει

Ο παλιός Καραμανλής είχε μια σοφή ρήση: «Το θέμα δεν είναι πώς μπαίνεις στην πολιτική, αλλά πώς βγαίνεις». Φαίνεται πως αυτή η φράση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ίσως και προφητική, για τον ανεψιό του, Αχιλλέα. Το newsletter του webreporter καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Αυτό ακριβώς αποτελεί το πρόβλημα, αν όχι για όλους, τουλάχιστον για τους περισσότερους σημερινούς πολιτικούς. Ακόμη και αν ισχύει απλώς το ανέκδοτο με τη μαϊμού, που κάποτε είχε αναφέρει ο Βαγγέλης Βενιζέλος αναφερόμενος στον… Τσίπρα! Μια ιστορία που, κατά κάποιο τρόπο, έχει βιώσει και ο ίδιος.

Ο πολιτικός της προηγούμενης γενιάς, μπορεί να είχε τα μειονεκτήματά του, αλλά κατά κανόνα χαρακτηριζόταν από τα εξής: Εισαγόταν στην πολιτική αφού είχε ήδη εξασφαλίσει την οικονομική, επαγγελματική και κοινωνική του σταθερότητα – μια αντίθετη πορεία θα ήταν αδιανόητη. Διέθετε αίσθηση αποστολής και πίστευε ειλικρινά στις θέσεις του – δεν ήταν αποτέλεσμα υποδείξεων από επικοινωνιολόγους ή «χορηγούς». Συχνά, αποχωρούσε από την πολιτική φτωχότερος από ό,τι την είχε «εισπράξει», με τη γνωστή φράση «έφαγε την περιουσία του στην πολιτική» να αποτυπώνει αυτή την πραγματικότητα.

Τι μπορούμε, όμως, να πούμε για τους σημερινούς; Ο κατάλογος των ατόμων που εισέρχονται στην πολιτική χωρίς να έχουν εργαστεί ποτέ και να έχουν κερδίσει έστω και ένα ευρώ μέσω της εργασίας τους, φαίνεται ατελείωτος. Το κομματικό «ασανσέρ», η υποκίνηση από οικονομικούς και μιντιακούς ισχυρούς, ή η άσκηση «κληρονομικού δικαιώματος», δεν τους ανοίγουν απλώς τον δρόμο για τη Βουλή. Τους οδηγούν, συχνά, και σε υψηλά αξιώματα, όπως αυτό του υπουργού ή ακόμα και του Πρωθυπουργού.

Στον δημόσιο βίο εισέρχονται πλέον πρόσωπα που χαρακτηρίζονται από μειωμένη ηθική, μειωμένη νοημοσύνη και μειωμένη αξία. Αρκεί να διαθέτουν… χρηματοδότηση. Ή… δημοσιότητα, όπως συμβαίνει με δημοσιογράφους, τηλεοπτικούς παρουσιαστές, αθλητές και καλλιτέχνες.

Δεν αποτελεί μυστικό ότι ανίκανοι, απατεώνες, εξαρτημένοι από συμφέροντα, «γελωτοποιοί του βασιλέως», ασπόνδυλοι και «γόνοι» μεταφέρουν στην πολιτική την ανεπάρκειά τους, την τάση τους για απάτη και την ροπή τους σε συναλλαγές για προσωπική πολιτική επιβίωση ή για παράνομο πλουτισμό. Ενίοτε, επιδεικνύουν και τα σύμβολα του πλούτου τους. Παρόλο που έχουν δώσει επανειλημμένα αρνητικά δείγματα ως βουλευτές, αξιωματούχοι της εκτελεστικής εξουσίας ή διαχειριστές του δημόσιου χρήματος, ο σοφός ελληνικός λαός, στις περισσότερες περιπτώσεις, ανανεώνει την παρουσία τους στην πολιτική σκηνή.

Σπάνια πληρώνουν για τις παρανομίες τους. Συνήθως, αποχωρούν όταν χάνουν μια εσωκομματική μάχη. Ωστόσο, αποχωρούν πλουσιότεροι. Ο έλεγχος του «πόθεν έσχες» τους, ουδέποτε υπήρξε ουσιαστικός. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούν για να επιβιώσουν όσο παραμένουν στην πολιτική είναι η αγορά επικοινωνιακής υποστήριξης, το ψεύδος, η υποκρισία, η χαλαρή συνείδηση στη διαχείριση και η δουλική συμπεριφορά απέναντι σε εκπροσώπους οικονομικής και μιντιακής εξουσίας. Κάποτε, οι επιχειρηματίες έκαναν ουρές για να έχουν πρόσβαση σε πολιτικούς. Σήμερα, οι πολιτικοί συνωστίζονται για να γίνουν αρεστοί – και… χρήσιμοι – σε επιχειρηματίες.

Αυτό το φαινόμενο αντικατοπτρίζεται και στον συσχετισμό δυνάμεων στη Βουλή. Οι εκπρόσωποι του έθνους ανήκουν σε κόμματα, αλλά πολλοί ανήκουν πρωτίστως σε… ισχυρούς του χρήματος, ειδικά αν διαθέτουν και ΜΜΕ. Η φήμη «αυτός είναι του τάδε επιχειρηματία» δεν τους εμποδίζει να σταδιοδρομούν. Ο τρόπος λειτουργίας τους σε σχέση με τις εξωπολιτικές εξουσίες τους ακυρώνει ως «εκπροσώπους του έθνους» στη Βουλή και ως φύλακες του δημοσίου συμφέροντος στην κυβέρνηση. Έτσι, το πολιτικό σύστημα έχει οδηγηθεί σε κρίση εκπροσώπησης. Ακόμη και όσοι τους ψηφίζουν, δεν πιστεύουν ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα των ψηφοφόρων και της χώρας, αλλά τα δικά τους και εκείνων που τους «εξαγοράζουν» προσφέροντας υποστήριξη. Ομοίως, υπάρχει κρίση ενημέρωσης, λόγω της συμπεριφοράς των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων.

Ασφαλώς, υπάρχουν έντιμοι πολιτικοί που προσπαθούν να τιμήσουν τον όρκο τους και την εντολή των ψηφοφόρων τους. Όμως, γίνονται όλο και λιγότεροι, καθώς, αργά ή γρήγορα, τους «τρώει» ο ανταγωνισμός από εκείνους που συνδέονται με συστήματα συμφερόντων. Στο παρελθόν, αυτά τα φαινόμενα ήταν διάσπαρτα σε διάφορα κόμματα, κυβερνήσεις και περιόδους. Για πρώτη φορά, όλα αυτά είναι συγκεντρωμένα σε ένα κόμμα, σε μια κυβέρνηση και σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, από το 2019 μέχρι σήμερα, όπου συνεχίζονται και επεκτείνονται. Το Υπουργικό Συμβούλιο, η κοινοβουλευτική ομάδα και το πλέγμα των κρατικών λειτουργών της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της κατάστασης. Ο χαρακτηρισμός «Μάξιμου Α.Ε.», που είχε πρωτοχρησιμοποιήσει η Φώφη Γεννηματά, και πολλοί εναλλάσσουν με το «Μητσοτάκης ΑΕ», αποδίδει πλήρως την εικόνα και τις μεθόδους.

Δεν πρόκειται για τον συνηθισμένο κομματισμό και τους εκμαυλισμούς που χρησιμοποιούσαν παραδοσιακά οι ελληνικές κυβερνήσεις για να διασφαλίσουν την αναπαραγωγή τους.

Εδώ συμβαίνουν όλα μαζί και ταυτόχρονα: αδιαφάνεια, φαυλότητα, κακοδιοίκηση, παράνομη και αντιθεσμική δράση, ορατές «κομπίνες» με ποινικές προεκτάσεις, διασπάθιση του δημοσίου, του κοινοτικού και του τραπεζικού χρήματος, παρακολουθήσεις αντιπάλων και «φίλων», συναλλαγές με ισχυρούς εντός και εκτός της χώρας, κυνισμός, αλαζονεία, έλλειψη ήθους, οικογενειοκρατία, ελεεινές συμπεριφορές και ρητορική καταγωγίων. Και διαφθορά, διαφθορά, ακατάσχετη και προμελετημένη, καθώς, όπως έλεγε ο Αμερικανός δημοσιογράφος Πάτρικ Ο’Ρουρκ: «Όταν οι αγορές και οι πωλήσεις ελέγχονται από τη νομοθεσία, το πρώτο πράγμα προς αγορά και πώληση είναι οι νομοθέτες».

Όμως, όσο κι αν αυτό φαίνεται επωφελές για τους δράστες, γνωρίζουμε από την εποχή του Λίνκολν: δεν μπορείς να κοροϊδεύεις τους πάντες και για πάντα. Η κοινοβουλευτική Δημοκρατία επιτρέπει την ανάπτυξη της εξαπάτησης μέσω της κατάχρησης της λειτουργίας της, αλλά διατηρεί πάντα τον κανόνα: όλοι στην πολιτική έχουν το τέλος που τους αξίζει. Σε αυτή τη φάση, μπαίνουμε σταδιακά.

Άλλωστε, ο κανόνας έχει επιβεβαιωθεί και στο παρελθόν, με τις περιπτώσεις του Κώστα Μητσοτάκη, ο οποίος έπεσε με «Αποστασία» όπως ακριβώς είχε σταδιοδρομήσει, του Κώστα Σημίτη, που αποπέμφθηκε από τον διάδοχό του, αλλά και του Σαμαρά, που εκδιώχθηκε από το κόμμα του από εκείνον που ο ίδιος είχε αναδείξει. Πώς ακριβώς θα τελειώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι ακόμη συγκεκριμένο, αλλά σίγουρα οι μέρες της δόξας και της «αυτοηγετοποίησης» έχουν περάσει. Στο εξής, σε κάθε στροφή τον περιμένει η ανταμοιβή για τον τρόπο με τον οποίο αναδείχθηκε και κυβερνάει. Απλώς, στην περίπτωσή του, έχουμε μια σύγχρονη απόδοση της αρχαιοελληνικής έννοιας «τραγική ειρωνεία»: αγνοεί ότι βρίσκεται μπλεγμένος στη μοίρα του και νομίζει ότι θα νικήσει.