Αλέξης Τσίπρας, Χάρης Χαρίτσης, Κώστας Φάμελος και η Νέα Αριστερά: Μια Ανάλυση των Εξελίξεων

Οι Εξελίξεις στον χώρο της Αριστεράς: Ρευστοποίηση και Στρατηγικές

Οι εξελίξεις στον χώρο της Κεντροαριστεράς, αν και αναμενόμενες, φέρνουν στο προσκήνιο την πιθανότητα ρευστοποίησης των κομμάτων που ανέλαβαν να ηγηθούν ο Αλέξης Τσίπρας και η Νέα Αριστερά. Με αθροιστική επιρροή γύρω στο 6-8%, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, οι επικεφαλής αυτοί φαίνεται να μην παραμερίζουν, ενώ εξετάζουν το ενδεχόμενο να αναλάβουν άλλοι την ηγεσία, εάν οι ίδιοι δεν μπορούν να ανταποκριθούν.

Προς υποστήριξη αυτής της τάσης, υπέρ του Αλέξη Τσίπρα, ο Θανάσης Καρτερός, μέσω της «Εφημερίδας των Συντακτών», διαπιστώνει ότι τα κόμματα αυτά υποκύπτουν σε υπαρξιακά αδιέξοδα. Είναι αυτονόητο, όπως συνήθιζαν να λένε οι παλιοί δημόσιοι υπάλληλοι, ότι η πλειοψηφία του πολιτικού τους προσωπικού θα κατευθυνθεί στο κόμμα του Τσίπρα. Ή, αντίστροφα, το κόμμα του Τσίπρα θα καταλήξει σε αυτούς. Ήδη, αρκετοί προ-εγγράφονται. Ωστόσο, αυτή η κίνηση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κίνηση προς το μέλλον. Επειδή η πολιτική έχει και μια… πεζή πλευρά, ενδεχομένως το κίνητρο όσων από τους παλιούς «καλούς καιρούς» θα ξανασμίξουν με τον πρώην Πρωθυπουργό, είναι να παραμείνουν στη Βουλή, να εισέλθουν ή να επανέλθουν. Με έναν πολιτικό φορέα που στη «μαρκίζα» θα γράφει: «Ανοίξαμε και σας περιμένουμε – μόνο ο Αλέξης μπορεί να διώξει τον Μητσοτάκη».

Είναι ένα κάπως εγωιστικό κίνητρο, αλλά ο στόχος είναι σωστός και «άγιος»: να κλείσει ο κύκλος του «Νεομητσοτακισμού», που συσσωρεύει δεινά στον λαό, καταρρακώνει το κράτος Δικαίου και θέτει τη χώρα σε κινδύνους. Το ερώτημα, όμως, είναι πώς ακριβώς θα επιτευχθεί αυτό;

Η Πρόκληση της Αντιπολίτευσης και η Στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη

Στις επόμενες εκλογές, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το κόμμα του θα παρουσιαστούν με υπεροπλία: παραταξιακή συνείδηση στη βάση της Νέας Δημοκρατίας, ευρεία μιντιακή υποστήριξη, το κράτος στην υπηρεσία τους και την θερμή υποστήριξη των ισχυρών του χρήματος που επένδυσαν το 2016 σε έναν ακόμη κληρονόμο και δεν έχασαν. Ένας τρόπος υπάρχει να ηττηθούν: να αναλάβουν δράση οι πολίτες – υπερψηφίζοντας ένα άλλο κόμμα. Μέχρι στιγμής, αυτό δείχνει μάλλον απίθανο. Και πάντως, για αρχή, απαιτούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Χρειάζεται ένα πειστικό πρόγραμμα αλλαγής, που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας. Και μια πολιτική ηγεσία με ακτινοβολία, ως επικεφαλής κόμματος με οργανωτική δομή, καθαρή ιδεολογία και επαρκή στελέχωση. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα της σημερινής δημοκρατικής αντιπολίτευσης. Αλλά αν το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται με τον Νίκο Ανδρουλάκη, πώς θα μπορέσει ο νέος φορέας του Τσίπρα; Ήδη μοιάζει με το παλιό. Οι Κώστας Φάμελος και Χάρης Χαρίτσης εμφανίστηκαν σαν τους ετοιμοθάνατους που δείχνουν πρόθυμοι να υποκύψουν στο μοιραίο. Ο ένας με θαυμασμό για αυτόν που εγκατέλειψε τον ΣΥΡΙΖΑ, μάλλον περιφρονητικά, και ο άλλος διαθέσιμος να ακολουθήσει τον άνθρωπο που δεν εμπιστευόταν, ούτε του χάριζε τον ΣΥΡΙΖΑ! Δικαίωμά τους και, σε τελευταία ανάλυση, ο σκοπός στην πολιτική αγιάζει τα μέσα. Αρκεί, όμως, όπως έλεγε ο Τρότσκι, να υπάρχει κάτι που αγιάζει τον σκοπό. Η νέα σταδιοδρομία του πρώην Πρωθυπουργού δεν επαρκεί.

Η Αξιολόγηση της Ηγεσίας Τσίπρα και τα Λάθη του

Το πραγματικό ερώτημα είναι: Μπορεί πράγματι ο Αλέξης Τσίπρας να εγγυηθεί την απομάκρυνση της κυβέρνησης των σκανδάλων, των ανισοτήτων και της αποδιάρθρωσης των μηχανισμών προστασίας της κοινωνίας;

Η ψύχραιμη απάντηση είναι αρνητική, για συγκεκριμένους λόγους. Ο ένας είναι η δεσπόζουσα θέση στο κόμμα Τσίπρα που θα έχουν πρόσωπα από τον ΣΥΡΙΖΑ του παρελθόντος, με κάποιες εξαιρέσεις. Αλλιώς, γιατί να ενταχθούν; Έκανε όλη αυτή τη φασαρία για να απαλλαγεί από τον Πολάκη, τον Παππά, τη Δούρου, τον Σκουρλέτη και τον Φίλη;

Ο δεύτερος λόγος: Πώς μπορεί να απομακρύνει τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όταν μετράει μόνο ήττες απέναντι του, και κατά γενική πεποίθηση, τα δικά του λάθη τον ανέδειξαν και τον εδραίωσαν;

Μάλιστα, για ένα μέρος των οπαδών της Δημοκρατικής παράταξης, «αυτός τον έφερε». Αν είναι εφικτό, γιατί δεν στάθηκε απέναντί του στη σημερινή Βουλή και την εγκατέλειψε χωρίς να δώσει ούτε μια μάχη εναντίον του;

Όχι με την αυτοκαταστροφική φλυαρία της «Ιθάκης», αλλά τον πραγματικό πολιτικό του εξοπλισμό: έβγαλε τη χώρα από τον Μνημονιακό κύκλο, έλυσε το Μακεδονικό, άφησε διαχειρίσιμη οικονομία – συν τη σκηνική του παρουσία. Για τους συστηματικούς πολιτικούς αναλυτές, το θέμα είναι ότι από τον Αύγουστο του 2018, όταν ο Μητσοτάκης ήταν ακόμη μετέωρος στη Νέα Δημοκρατία, ο Τσίπρας δεν κάνει τίποτε άλλο από λάθη.

Πρώτο λάθος: Δεν αποσυνδέθηκε από τον Πάνο Καμμένο, η «ανάρμοστη» σχέση με τον οποίο υποτίθεται είχε αποκλειστικό στόχο την έξοδο από το Μνημόνιο – αν και υπάρχουν πληροφορίες ότι είχαν συμφωνήσει από το 2013 να συγκυβερνήσουν.

Δεύτερο λάθος: Ενώ η συνταγματική του θητεία έληγε το φθινόπωρο του 2019, οδήγησε το κόμμα του σε πρόωρες βουλευτικές εκλογές, λόγω των αποτελεσμάτων που είχαν τον Μάιο, και των λαθών του σε άλλες εκλογές.

Στην Αυτοδιοίκηση, κατέβασε, μετά την τραγωδία στο Μάτι, εκ νέου τη Ρένα Δούρου υποψήφια, και στους υπόλοιπους ΟΤΑ και τις Ευρωεκλογές, πρόσωπα με την ήττα γραμμένη στο μέτωπό τους.

Με την ψυχολογία «τα ρέστα μου», εγκατέλειψε το δικαίωμα να διορίσει επίτροπο στην Κομισιόν, κεντρικό τραπεζίτη και διοικήσεις στην κορυφή της Δικαιοσύνης. Καλύτερη αρχή δεν θα μπορούσε να περιμένει ο Μητσοτάκης.

Τρίτο λάθος: Ενώ το 2019 η δημοκρατική παράταξη τον κράτησε όρθιο και η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξελίχθηκε σε «χειρότερη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης», αυτός άσκησε τη χειρότερη αντιπολίτευση της Μεταπολίτευσης. Με κορωνίδα την αδυναμία, ή την απροθυμία, μετεξέλιξης, διεύρυνσης και ανανέωσης του ΣΥΡΙΖΑ.

Τέταρτο λάθος: Πήγε στις εκλογές του 2023, με την απλή αναλογική, με την ομάδα που τον οδήγησε στην ήττα το 2019. Με «βαρίδια» όπως ο καταδικασμένος Νίκος Παππάς και με τον Ανδρέα Πολάκη να απειλεί: «Θα ξανάρθουμε και θα είναι αλλιώς». Λογικό ήταν να τον «αποτελειώσει» ο Μητσοτάκης.

Πέμπτο λάθος: Έφυγε από την ηγεσία, αλλά κράτησε τον ρόλο του «μαριονετίστα», συνέργησε στην «Κασσελακιάδα», στο τέλος εγκατέλειψε τη Βουλή και τον ΣΥΡΙΖΑ και αυτοπυροβολήθηκε με ένα βιβλίο που δικαίωσε όσους έλεγαν: «Από ποιους γλιτώσαμε». Δεν ήταν άσκηση του δικαιώματος του «να μιλήσει για το 2015», έστω άκαιρα. Αλλά εντελώς περιττή αυτοπαρουσίαση από τη γέννησή του!

Το Κρίσιμο Ερώτημα: Μπορεί ο Τσίπρας να Εγγυηθεί την Αλλαγή;

Κρίσιμο ερώτημα: Τι άλλαξε ώστε να μπορεί κάποιος να δεχθεί τον πρώην Πρωθυπουργό ως ασφαλή επιλογή νέας διακυβέρνησης για τη Δημοκρατική παράταξη; Εκτός αν θεωρεί ότι θα νικήσει τον Μητσοτάκη ως «δεύτερη φορά Αριστερά». Δικαίωμα του, αλλά Πρωθυπουργό δεν τον έκανε καμιά «Αριστερά».

Σήμερα, η Δημοκρατική παράταξη – ως συνδυασμός της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας και της ελληνικής Κεντροαριστεράς – αδυνατεί να ξαναγίνει πλειοψηφούσα δύναμη. Επειδή βρίσκεται ξανά παγιδευμένη σε κατάσταση χωρίς ηγεσία με επάρκεια. Ο Τσίπρας είχε για μεγάλο διάστημα την ευκαιρία να πάρει αυτό το ρόλο και σήμερα να πείθει ότι πράγματι μπορεί να νικήσει τον Μητσοτάκη – ή οποιονδήποτε άλλον από τη Συντηρητική παράταξη οδηγήσει τη Νέα Δημοκρατία στις κάλπες.

Αλλά την έχασε και συνεχίζει να τη χάνει. Τα τελευταία στοιχεία που τον συνέδεαν με τον ευρύ πολιτικό χώρο που διαμόρφωσε μετά το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου, είναι πλέον αδύναμα. Αν μελετήσει κανείς τα βίντεο από τις παρουσιάσεις του βιβλίου του, θα το διαπιστώσει.

Στην πολιτική συμβαίνει το εξής: οι ευκαιρίες δεν είναι πολλές και τα «κορόιδα» κάποτε τελειώνουν.

Με τον Καβάφη, δεν τον συνδέει μόνο η «Ιθάκη», αλλά και το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον»:

Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
σὰ πού ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιὰ τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο,
κι ἄκουσε μὲ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
μὲ τῶν δειλῶν τὰ παρακάλια καὶ παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τοὺς ἤχους,
τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποῦ χάνεις.