Η προσπάθεια του Πρωθυπουργού να διαλύσει το «αποπνικτικό νέφος» που καλύπτει την κυβέρνηση και το κόμμα του, με την ελπίδα να αποκτήσει ασυλία, δεν απέδωσε.
Η ατομική δήλωση του, αν όντως αποσκοπούσε στο να τον παρουσιάσει ως αυτόν που θέτει τους κανόνες και όχι ως υπόλογο που τους παραβιάζει, δεν έπεισε. Αντιθέτως, ενίσχυσε την εσωκομματική ανησυχία και μείωσε την υποστήριξη.
Η βασική ιδέα της αλλαγής της ατζέντας μέσω «συνταγματικών πρωτοβουλιών» – όπως το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή ή η μείωση του αριθμού των βουλευτών – φαντάζει ατυχής, ειδικά όταν πριν από λίγους μήνες ο ίδιος διατύπωνε αντίθετες απόψεις. Κατόπιν, δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική από την προσπάθεια μείωσης της πίεσης που ασκείται στους βουλευτές του, τόσο από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσο και από εγχώριους παράγοντες. Δεν θεωρεί τους βουλευτές ιδιοτελείς, καθώς η δράση τους δεν διαφέρει από ό,τι συμβαίνει εδώ και χρόνια – και ίσως ο ίδιος να έχει πράξει παρόμοια. Ως εκ τούτου, θα ζητήσει ταχεία εκκαθάριση της υπόθεσης, ώστε να μπορούν να συνεχίσουν την πολιτική τους χωρίς αμφιβολίες.
Ωστόσο, την επόμενη μέρα, ο Άδωνις Γεωργιάδης αμφισβήτησε το προνόμιό του να αποφασίζει ως εκφραστής της λαϊκής εντολής, κατά την κρίση του.
Κυρίως όμως, οι εξελίξεις τον ξεπερνούν. Τα βλέμματα δεν είναι στραμμένα στους βουλευτές, τους υπουργούς και τους «δελφίνους» – ούτε καν στην αντιπολίτευση που προσπαθεί να ανακτήσει τη δυναμική της – αλλά στον ίδιο και στις διαθέσιμες επιλογές του. Επιδιώκει να εμφανίζεται ψύχραιμος, διαχειριζόμενος ένα «ατύχημα» που, παρόλο που συνέβη εκτός της ζώνης ασφαλείας του, δεν τον αγγίζει προσωπικά. Όλοι, όμως, γνωρίζουν ότι στην υπερσυγκεντρωτική λειτουργία του «επιτελικού κράτους», τα πάντα ξεκινούν και καταλήγουν στο Μέγαρο Μαξίμου.
Αυτό συμβαίνει όχι μόνο επειδή εκεί καθορίζονται οι ρόλοι και οι δράσεις των ατόμων, αλλά και επειδή όλοι οι κυβερνητικοί και κρατικοί αξιωματούχοι αναφέρονται στο στενό του επιτελείο – αν όχι στον ίδιο προσωπικά. Η πρώτη του επιλογή είναι να διατηρήσει αυτή την πορεία, χωρίς δραστικές αλλαγές στην πολιτική του και στη σύνθεση του πολιτικού προσωπικού, τονίζοντας τη «δέσμευση» για εκλογές το 2027. Αυτή φαίνεται η ασφαλέστερη έως τώρα επιλογή. Ωστόσο, η πραγματική της αξία θα φανεί στο επικείμενο συνέδριο της ΝΔ. Εκεί θα κριθεί οριστικά αν είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στο κόμμα ή αν οι «καραμανλικές» νησίδες, ιδίως εντός της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, και οι εναπομείναντες «Σαμαρικοί», μπορούν να του αντισταθούν. Όλα αυτά με φόντο την ένταση που θα προκαλέσουν οι «δελφίνοι» για να δηλώσουν την παρουσία τους.
Η δεύτερη επιλογή του είναι να πατήσει το «φρένο» και να ζητήσει από τον Πρόεδρο της Βουλής, κ. Τασούλα, τη διάλυση της Βουλής. Δεν θα είναι δύσκολο να τον πείσει, επικαλούμενος οποιοδήποτε λόγο. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι πώς θα πείσει, όχι μόνο τους πολίτες να τον ψηφίσουν, αλλά πρωτίστως τους Νεοδημοκράτες – οι οποίοι φαίνεται να διατηρούν μια συνεκτική παραταξιακή ταυτότητα, έστω στα όρια του 25%.
Είναι σαφές ότι, εξαιρουμένων των κύκλων που επωφελούνται από τη διακυβέρνησή του, οι «αγνοί» παραδοσιακοί οπαδοί της ΝΔ δεν αισθάνονται άνετα να απολογούνται για τα πεπραγμένα του «συστήματος Μητσοτάκη» και για τον ίδιο. Στους ψηφοφόρους που κινούνται στην περιφέρεια της ΝΔ, δεν είναι βέβαιο ότι η αδυναμία και η αποδιοργάνωση της αντιπολίτευσης θα λειτουργήσουν υπέρ του. Αντιθέτως, υπάρχει ο κίνδυνος, όπως και στο παρελθόν, να ενισχυθεί η τάση «να φύγει κι ας έρθει όποιος να ‘ναι».
Η τρίτη επιλογή, ως κεντρική στρατηγική, είναι να συνεχίσει τη διακυβέρνηση, επικαλούμενος τη διεθνή συγκυρία, «να «ψιμυθιώσει» την πολιτική του με «τομές» και να επιβάλει θεαματικές αλλαγές στο υπουργικό συμβούλιο. Αυτό θα περιλαμβάνει την απομάκρυνση όσων έχουν ξεπεράσει τα όρια της δημόσιας ευπρέπειας και όσων είναι «παραείναι ακροδεξιοί», με στόχο την επανασύνδεση με το κεντρώο ακροατήριο. Αναμένει, άλλωστε, ανταπόκριση στις επίμονες προσκλήσεις του από τον Μακρόν και τον Μερτς, ως ανταμοιβή που «δεν είναι Σάντσεθ». Παράλληλα, καθώς πλησιάζει ο χρόνος των εκλογών, θα ενισχύσει τα εργαλεία του στην ενημέρωση, τις διασυνδέσεις με οικονομικά κέντρα και την «παροχολογία». Θα μπορούσε να το κάνει, αλλά η τρέχουσα κατάσταση δεν έχει ημερομηνία λήξης και η κρίση που τον περιβάλλει δεν θα ξεπεραστεί εύκολα με «παρεμβάσεις». Έρχονται νέες δικογραφίες για τις επιδοτήσεις – και άλλα θέματα που άπτονται της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κονδυλίων της.
Θα ξεκινήσουν νέες ανακρίσεις για τις υποκλοπές, με την ομάδα Ντίλιαν να αναζητά αποκαλύψεις. Παρόλο που η αντιπολίτευση αιφνιδιάστηκε – ή «δεν την έπαιρνε» να αντιδράσει – στην αναβολή της «βασικής» ανάκρισης στον Άρειο Πάγο, εκεί όπου… «έχουν γνώση οι φύλακες». Τι Ντογιάκος, τι Αδειλίνη, τι Τζαβέλας… Υπάρχει πάντα και η δίκη για τα Τέμπη, η οποία ενδέχεται να αναδείξει σοβαρές επιβαρύνσεις. Η «επανάσταση» των χαμηλόβαθμων δικαστών μετατρέπει εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις σε «εγκαιροφλεγείς βόμβες». Άλλωστε, όταν αρχίσει ο κατήφορος, κανείς δεν γνωρίζει ποια στόματα θα ανοίξουν και για ποια θέματα.
Η τέταρτη και «αβάσταχτη» επιλογή, η οποία φαντάζει αδιανόητη για τον ίδιο, παρά τον «επαγγελματισμό» του, είναι να μεταφέρει το βάρος σε άλλους. Δηλαδή, να ξεκινήσει ο ίδιος μια προσυμφωνημένη διαδικασία διαδοχής του, κατά το πρότυπο Σημίτη: Πλησιάζοντας στο τέλος της τετραετίας, να αποχωρήσει «μετά δόξης» και με την ευλογία του, ώστε να αναλάβει τη μάχη των εκλογών κάποιος που δεν θα υποχρεωθεί να απολογηθεί στο εκλογικό σώμα για τη χρήση της προηγούμενης εντολής από τον ίδιο.
Καμία από αυτές τις επιλογές δεν είναι αποκλειστικά «προσωπική υπόθεση», όπως φαίνεται, αλλά θα εξαρτηθεί και από άλλες παραμέτρους: τα «οικογενειακά διαβούλια», τις διαθέσεις των «δελφίνων», τις επιλογές των χορηγών με οικονομική και μιντιακή ισχύ, καθώς και τον διεθνή παράγοντα στις επόμενες φάσεις των δύο πολέμων. Αλλά, όπως θα έλεγε και ο Δένδιας: «όπως τα έκανε…».
