Νέες Προτάσεις για το Ασφαλιστικό Σύστημα: Αρχιτεκτονικές Αλλαγές Χωρίς Αύξηση Ορίων Ηλικίας

Το Ινστιτούτο Δημοσιονομικών και Οικονομικών Μελετών (ΙΔΟΜ) παρουσιάζει μια σειρά από παρεμβάσεις για τη δημιουργία μιας νέας αρχιτεκτονικής στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα, λαμβάνοντας υπόψη τις προκλήσεις του δημογραφικού προβλήματος, αλλά χωρίς να προτείνει αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Στην έκθεσή του με τίτλο «Μεταρρύθμιση του Συνταξιοδοτικού Συστήματος 2.0», το ΙΔΟΜ τονίζει ότι το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο, όπου οι σταδιακές προσαρμογές δεν επαρκούν πλέον.

Οι παράγοντες όπως η δημογραφική γήρανση, η περιορισμένη διαθεσιμότητα πόρων και οι αδυναμίες στη διακυβέρνηση οδηγούν στο συμπέρασμα ότι απαιτείται μια πιο σαφής αρχιτεκτονική. Αυτή πρέπει να επιδιώκει μια διαφορετική ισορροπία μεταξύ του δημόσιου διανεμητικού πυλώνα και των κεφαλαιοποιητικών πυλώνων, ενώ παράλληλα χρειάζεται πιο ενιαία εποπτεία και βελτιωμένη ενημέρωση των πολιτών, επισημαίνει το ΙΔΟΜ.

Το ΙΔΟΜ παρατηρεί ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα δεν θα πρέπει να βασίζεται σε κρατικές επιδοτήσεις, οι οποίες αναπόφευκτα θα μειωθούν. Αντίθετα, προτείνει την ανάπτυξη του δεύτερου πυλώνα ασφάλισης, δηλαδή των Επαγγελματικών Ταμείων. Η ενίσχυση των Επαγγελματικών Ταμείων Ασφάλισης ισοδυναμεί ουσιαστικά με έμμεση αύξηση των εισφορών για τους ασφαλισμένους, καθώς θα καταβάλλουν διπλές εισφορές: μία στο βασικό Ταμείο ασφάλισης και μία στο επαγγελματικό ταμείο.

Ωστόσο, μέσω αυτής της διαδικασίας, η οποία συνδυάζεται και με διαρθρωτικές παρεμβάσεις, αποφεύγεται η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης (τα οποία σήμερα ανέρχονται στα 67 έτη), ένα μέτρο που θεωρείται ιδιαίτερα επώδυνο. Παράλληλα, ο μελλοντικός συνταξιούχος θα λαμβάνει ικανοποιητικές συνταξιοδοτικές αποδοχές από δύο πηγές.

Τι Προτείνει το ΙΔΟΜ

Αναλυτικότερα, οι προτάσεις του Ινστιτούτου Δημοσιονομικών και Οικονομικών Μελετών είναι οι εξής:

  • Εκ βάθρων μεταρρύθμιση με μετατόπιση προς κεφαλαιοποιητικούς πυλώνες: Η μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος δεν μπορεί να εξασφαλιστεί αν το βάρος παραμείνει σχεδόν αποκλειστικά στο κρατικό διανεμητικό σύστημα. Προτείνεται η συρρίκνωση του ρόλου του διανεμητικού πυλώνα και η πολύ μεγαλύτερη ανάπτυξη των κεφαλαιοποιητικών πυλώνων. Αυτό θα επιτρέψει καλύτερη αντιστοίχιση εισφορών-παροχών, μεγαλύτερη διαφοροποίηση κινδύνου και λιγότερη εξάρτηση από τις δημογραφικές εξελίξεις.
  • Χρηματοοικονομική εκπαίδευση ως αναγκαία προϋπόθεση: Η ανάπτυξη κεφαλαιοποιητικών πυλώνων δεν είναι μόνο θεσμικό ζήτημα. Απαιτείται οι πολίτες να διαθέτουν βασικές χρηματοοικονομικές γνώσεις και πρακτική ενημέρωση, ώστε να μπορούν να αξιολογούν επιλογές, κόστος, ρίσκο και ορίζοντα αποταμίευσης. Με απλά λόγια, χωρίς χρηματοοικονομική εκπαίδευση, ο μακροπρόθεσμος οικονομικός και συνταξιοδοτικός προγραμματισμός παραμένει ανεφάρμοστος και το σύστημα δεν «κουμπώνει» στην πραγματική συμπεριφορά των ασφαλισμένων.
  • Οι βελτιώσεις στο υπάρχον πλαίσιο είναι χρήσιμες αλλά προσωρινές: Αλλαγές στις παραμέτρους του σημερινού συστήματος ή διορθώσεις στη λειτουργία του μπορούν να κερδίσουν χρόνο και να μειώσουν ορισμένες πιέσεις. Ωστόσο, αυτές οι παρεμβάσεις δεν αντιμετωπίζουν τη δομική αιτία της αστάθειας. Μπορούν να διασώσουν προσωρινά το σύστημα, αλλά όχι να το καταστήσουν πραγματικά βιώσιμο.
  • Η μεταναστευτική πολιτική επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα: Η βιωσιμότητα ενός συστήματος που βασίζεται σε εισφορές και αναδιανομή εξαρτάται από το μέγεθος και τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού. Η μεταναστευτική πολιτική μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη βιωσιμότητα του συστήματος, ενισχύοντας τη βάση εισφορών και περιορίζοντας μέρος της δημογραφικής πίεσης. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει πολιτικές που ευνοούν την ένταξη στην αγορά εργασίας και την παραγωγική συμμετοχή.
  • Ενιαία εποπτεία για όλο το συνταξιοδοτικό σύστημα: Η κατακερματισμένη εποπτεία δημιουργεί κενά, ασυνέχειες και διαφορετικούς κανόνες για τμήματα του ίδιου συστήματος. Προτείνεται εποπτεία του συνόλου του συνταξιοδοτικού συστήματος, όχι μόνο των επιμέρους τμημάτων. Αυτό θα διασφαλίσει συνοχή, διαφάνεια, κοινά πρότυπα και λογοδοσία, ειδικά καθώς αυξάνεται ο ρόλος των κεφαλαιοποιητικών πυλώνων.