Πετρέλαιο και Φυσικό Αέριο: Οικονομικοί Οργανισμοί και Τράπεζες Προβλέπουν τις Τιμές εν μέσω Γεωπολιτικής Έντασης

Τα αρχικά, πιο ήπια σενάρια σχετικά με τον αντίκτυπο των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου έχουν επισκιαστεί από την πρόσφατη κλιμάκωση, η οποία περιλάμβανε επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές της περιοχής. Καθώς τα γεγονότα ξετυλίγονται, διεθνείς οίκοι και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί εκτιμούν ότι οι τιμές των ορυκτών καυσίμων θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για σημαντικό χρονικό διάστημα, με ιδιαίτερη έμφαση στο φυσικό αέριο.

Ακόμα και αν η σύγκρουση τερματιζόταν άμεσα και εξασφαλιζόταν η απρόσκοπτη διέλευση των τάνκερ από τα Στενά του Χορμούζ – σενάριο που εκ των πραγμάτων απομακρύνεται – η προσφορά ενεργειακών πόρων από τις χώρες του Περσικού Κόλπου αναμένεται να είναι μειωμένη. Αυτό οφείλεται στις ζημιές που έχουν υποστεί οι παραγωγικές εγκαταστάσεις και στον αναγκαίο χρόνο για την αποκατάστασή τους.

Παρόλο που δεν υπάρχει ακόμη μια πλήρως ξεκάθαρη εικόνα για την έκταση των ζημιών που προκάλεσαν οι πρόσφατες επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, ο αντίκτυπος στη συνολική προσφορά από τον Κόλπο είναι υπαρκτός. Με τη συνέχιση των επιθέσεων, η κατάσταση επιδεινώνεται και οι αγορές αναπροσαρμόζουν τις προσδοκίες τους, προεξοφλώντας ένα ενεργειακό σοκ μεγαλύτερης διάρκειας.

Ενδεικτικά, την περασμένη Πέμπτη, οι τιμές του πετρελαίου Brent ξεπέρασαν τα 110 δολάρια το βαρέλι, ενώ η τιμή του φυσικού αερίου στην αγορά της Ολλανδίας έφτασε τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Αυτές οι αυξήσεις σημειώθηκαν μετά την επίθεση στο μεγάλο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars του Ιράν και την επακόλουθη απάντηση της Τεχεράνης με επιθέσεις σε πετρελαιοπηγές και εγκαταστάσεις φυσικού αερίου σε γειτονικές χώρες, όπως το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία.

Το σοκ αναμένεται να είναι ιδιαίτερα αισθητό στην παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, η εξαγωγική δυναμικότητα του Κατάρ, που αντιστοιχεί στο 20% της παγκόσμιας προσφοράς, εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 17% τα επόμενα 3-5 χρόνια, λόγω των ζημιών που προκλήθηκαν από ιρανικούς πυραύλους.

Η αγορά του φυσικού αερίου παρουσιάζεται πιο ευάλωτη, καθώς προϋπήρχε περιορισμένη παραγωγική δυναμικότητα και δεν υπήρχαν διαθέσιμα στρατηγικά αποθέματα για να καλυφθεί η διαφορά. Αντιθέτως, η αγορά πετρελαίου βρισκόταν σε κατάσταση πλεονάζουσας προσφοράς πριν την κλιμάκωση, ενώ υπάρχει συμφωνία για την απελευθέρωση 400 εκατομμυρίων βαρελιών από τα παγκόσμια στρατηγικά αποθέματα.

Μετά τις επιθέσεις του Ιράν σε ενεργειακές υποδομές γειτονικών χωρών, αναλυτές της Citi προβλέπουν αύξηση της τιμής του Brent στα 120 δολάρια τους επόμενους έναν έως τρεις μήνες. Στη συνέχεια, αναμένεται σταδιακή υποχώρηση, με τις τιμές να κυμαίνονται στα 70-80 δολάρια έως το 2026.

Σε ένα δυσμενές σενάριο, που περιλαμβάνει περαιτέρω διαταραχές σε ενεργειακές υποδομές στον Κόλπο, η Citi εκτιμά ότι οι τιμές του Brent θα μπορούσαν να φτάσουν τα 150 δολάρια, τιμή που θα αποτελούσε νέο ιστορικό ρεκόρ, ξεπερνώντας τα 147,5 δολάρια που σημειώθηκαν το 2008.

Μια άλλη αμερικανική τράπεζα, η Goldman Sachs, προέβλεψε επίσης στα τέλη της περασμένης εβδομάδας ότι η τιμή του Brent θα μπορούσε να σημειώσει νέο ιστορικό υψηλό, εφόσον η κίνηση των πλοίων μέσω του Στενού του Χορμούζ παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια του Μαρτίου.

Πιο αισιόδοξος εμφανίστηκε ο αμερικανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch. Στην έκθεσή του για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία συντάχθηκε όταν η τιμή του Brent βρισκόταν ακόμη κάτω από τα 100 δολάρια, ο Fitch προέβλεπε στο βασικό του σενάριο τιμές στην περιοχή των 90-100 δολαρίων τον Μάρτιο, και υποχώρηση στα 65 δολάρια το δεύτερο εξάμηνο του 2026, λόγω πλεονάζουσας προσφοράς στην αγορά.

Η πρόβλεψη αυτή φαίνεται να έχει ξεπεραστεί από τις εξελίξεις, καθώς η τιμή του Brent έχει ήδη υπερβεί τα 110 δολάρια και έχουν καταγραφεί νέες ζημιές σε ενεργειακές υποδομές. Για τον ίδιο λόγο, θεωρείται ξεπερασμένο και το βασικό σενάριο της ΕΚΤ στις νέες μακροοικονομικές προβλέψεις που ανακοινώθηκαν την Πέμπτη (αν και είχαν καταρτιστεί οκτώ ημέρες νωρίτερα, στις 11 Μαρτίου). Το βασικό σενάριο της ΕΚΤ προέβλεπε μέση τιμή πετρελαίου 81,3 δολάρια για το 2026 και μέση τιμή φυσικού αερίου στα 46,4 ευρώ.

Αναγνωρίζοντας τη μεγάλη αβεβαιότητα σχετικά με τη διάρκεια και την ένταση του πολέμου, η ΕΚΤ διαμόρφωσε επιπλέον δύο σενάρια, ένα «δυσμενές» και ένα «σφοδρό». Αυτά τα σενάρια βασίζονται σε υποθέσεις για μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση των συγκρούσεων και προβλέπουν σημαντικά υψηλότερες τιμές ενέργειας.

Το δυσμενές σενάριο υποθέτει τη διατήρηση της μεγάλης διαταραχής στην προσφορά ενέργειας έως το γ’ τρίμηνο του 2026, με μείωση κατά 40% στη μεταφορά πετρελαίου και LNG από τα Στενά του Χορμούζ. Η προσφορά και οι τιμές θα αρχίσουν να ομαλοποιούνται από το δ’ τρίμηνο, με ταχεία εξέλιξη μετά την αποκατάσταση της κυκλοφορίας πλοίων.

Αυτές οι υποθέσεις θα οδηγούσαν την τιμή του Brent στα 119 δολάρια το β’ τρίμηνο του 2026 και την τιμή του φυσικού αερίου στα 87 ευρώ.

Η κατάσταση θα είναι ακόμη πιο σοβαρή στο σφοδρό σενάριο, όπου υποτίθεται ότι οι διαταραχές στην προσφορά ενέργειας θα συνεχιστούν έως και το τελευταίο τρίμηνο του 2026, και θα υπάρξει περαιτέρω σημαντική καταστροφή ενεργειακών υποδομών στην περιοχή του Κόλπου.

Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, η μεταφορά πετρελαίου και LNG από το Στενό του Χορμούζ θα μειωνόταν κατά 60% το β’ τρίμηνο του 2026. Η προσφορά και οι τιμές θα άρχιζαν να ομαλοποιούνται από το α’ τρίμηνο του 2027, αλλά με αργό ρυθμό μετά το τέλος του πολέμου, λόγω των εκτεταμένων ζημιών στις υποδομές.