Ποια είναι η ασπίδα προστασίας μας απέναντι στην αυθαιρεσία μιας ακατάλληλης Εισαγγελίας;

Ο συγγραφέας του παρόντος κειμένου είναι ένας διακεκριμένος νομικός της χώρας, με ουσιαστική παρουσία στον δημόσιο βίο, στον επιχειρηματικό κόσμο, ενώ παράλληλα παρακολουθεί με έντονο ενδιαφέρον την πολιτική επικαιρότητα και τα συχνά «περιστατικά» που διαδραματίζονται εντός αυτής. Εγγραφείτε στο newsletter του webreporter για να λαμβάνετε καθημερινά ειδήσεις στο inbox σας.

Το κείμενο που μας παραχώρησε και δημοσιεύουμε, διακατέχεται από έντονη οργή και δικαιολογημένες αναζητήσεις απαντήσεων σχετικά με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, την ανεξέλεγκτη και συχνά παράνομη δράση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και τις αδυναμίες της κυβέρνησης και του πολιτικο-δικαστικού συστήματος της χώρας. Θεωρεί ότι θίγονται τα δικαιώματα των πολιτών (και των βουλευτών) από καταχρηστικές ενέργειες ευρωπαϊκών θεσμών, με αποτέλεσμα να εκτίθενται άνθρωποι και η υπόληψή τους για ασήμαντους λόγους, χωρίς να τους παρέχεται η δυνατότητα υπεράσπισης της προσωπικότητάς τους. Επικρίνει ανοιχτά την κυβέρνηση και συγκεκριμένους υπουργούς για πράξεις και παραλείψεις που επέτρεψαν στην παθογένεια των ευρωπαϊκών εισαγγελικών θεσμών να λειτουργήσει ως «οδοστρωτήρας». Ο συγγραφέας υπογράφει με το ψευδώνυμο «Ουλπιανός», όνομα που για τους «μύστες» παραπέμπει σε έναν από τους σοφούς νομικούς της αρχαίας Ρώμης και βασικό εισηγητή του Ιουστινιάνειου Κώδικα (Codex Justinianus).

Το κείμενό του έχει ως εξής:

Η σχέση της ελληνικής κυβέρνησης με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ξεκίνησε από την αρχή σε λάθος βάση. Με ένα μείγμα ενοχικότητας και συμπλεγματισμού από την πλευρά των Αθηνών.

Πριν από λίγους μήνες, η Λ. Κοβέσι, καταγόμενη από τη Ρουμανία, μας επισκέφθηκε. Συναντήθηκε με τον υπουργό Δικαιοσύνης Γ. Φλωρίδη και σχεδόν ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο, με σκοπό να μας «μαλώσει». Αφορμή στάθηκε ένα υπαρκτό ζήτημα, η συνταγματική πρόβλεψη του νόμου περί ευθύνης υπουργών, αλλά ο τρόπος που έγινε δεν ήταν και ο πλέον «θεσμικός». Δημοσίως, μια πρακτική που δεν συνηθίζεται, ένας (έστω και ανώτερος) υπάλληλος της ΕΕ να «μαλώνει» την κυβέρνηση ενός κράτους-μέλους της ΕΕ, ακόμη και για ένα θέμα που χρήζει βελτιώσεων (το άρθρο 16 του Συντάγματος). Η κυβέρνηση, βλέπετε, δεν ενοχλήθηκε, αφού επικράτησε η ενοχικότητα και ο συμπλεγματισμός. Ούτε ο «αψύς» Γ. Φλωρίδης έβγαλε «κιχ» μπροστά στο ατόπημα της Ευρωπαίας Εισαγγελέως.

Αντίθετα, άρχισε να «συμμορφώνεται» στις «έξωθεν» νουθεσίες. Με τρόπο άτεχνο, αδέξιο και κυρίως αντίθετο με την κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα απαίτηση προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών. Καταργώντας τα Δικαστικά Συμβούλια με τις αλλαγές στην Ποινική Δικονομία, η οποιαδήποτε εισαγγελική πράξη κρίνεται πλέον μόνο από τα ποινικά δικαστήρια και από κανέναν άλλο δικαστικό θεσμό. Έτσι, οι πολίτες μένουν στο έλεος των εισαγγελέων, είτε αυτοί κάνουν σωστά τη δουλειά τους, είτε όχι. Διότι η απαγγελία κατηγοριών και η παραπομπή σε δίκη στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι εις βάρος του κατηγορούμενου υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες διάπραξης συγκεκριμένου αδικήματος και τουλάχιστον αποχρώσες ενδείξεις ότι το αδίκημα αυτό τελέστηκε από τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Αυτά ορίζει ο νόμος και δεν άλλαξαν με την πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση Φλωρίδη.

Η κατάργηση των «φίλτρων»

Ο δρόμος προς την ποινική δίκη και η παραπομπή σε δίκη είναι γεγονότα με ηθική απαξία για το πρόσωπο που τα υφίσταται και «πληρώνει» τις κοινωνικές συνέπειες της κατηγορίας, ανεξάρτητα από το αν στο τέλος αποδειχθεί η αθωότητά του. Ως «φίλτρο» λοιπόν απέναντι στην άδικη κοινωνική απαξίωση, ο νομοθέτης είχε προβλέψει μια σειρά θεσμών για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ανθρώπων που, για οποιονδήποτε λόγο, κατηγορούνται ενδεχομένως και αδίκως. Μέχρι που τα «φίλτρα» καταργήθηκαν.

Ένα πρώτο «φίλτρο» ήταν η μυστικότητα της διαδικασίας της ανάκρισης μέχρι τουλάχιστον την παραπομπή σε δίκη δια βουλεύματος (αυτή εξακολουθεί να προβλέπεται, αλλά φυσικά δεν τηρείται). Το δεύτερο «φίλτρο» ήταν η δυνατότητα των κατηγορουμένων να προσφύγουν σε Δικαστικό Συμβούλιο σε περίπτωση που θεωρούσαν (οι κατηγορούμενοι) ότι η κατηγορία δεν στηρίζονταν σε αποχρώσες εις βάρος του ενδείξεις. Αυτό το «φίλτρο» καταργήθηκε με τον νόμο Φλωρίδη. Τα αποτελέσματα υπήρξαν καταλυτικά και μια γεύση παίρνουμε τώρα με τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Ξαφνικά οι εισαγγελείς απέκτησαν την άνεση να απαγγέλλουν κατηγορίες και να οδηγούν κόσμο και κοσμάκη σε ποινικές δίκες χωρίς η κρίση τους να ελέγχεται πριν από την ακροαματική διαδικασία.

Υποχρέωση του Κράτους η θέσπιση μηχανισμών ελέγχου

Να σημειώσουμε ότι σε κάθε επαγγελματικό κλάδο υπάρχουν οι καλοί και οι κακοί. Άρα και οι καλοί και οι κακοί εισαγγελείς. Όλοι δεν είναι ίδιοι. Το Κράτος, όμως, πρέπει να θεσμοθετεί μηχανισμούς ελέγχου, ώστε η καταχρηστική άσκηση της εισαγγελικής λειτουργίας από «κακούς» εισαγγελείς να μην επιτρέπει τον διασυρμό καταφανώς αθώων πολιτών. Είναι αυτονόητο ότι δικαίωμα στην προστασία από την αυθαιρεσία, εκτός από τους πολίτες, έχουν και οι πολιτικοί και οι υπουργοί. Με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ μοιάζει σαν να άνοιξε ξαφνικά ο «ασκός του Αιόλου». Η μεν Ευρωπαϊκή Εισαγγελία άρχισε με κάθε επισημότητα να ανακοινώνει επικείμενες διώξεις πολιτικών με… δελτία τύπου, οι δε «διαρροές» (τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια για την προέλευσή τους…) να γίνονται λαϊκό ανάγνωσμα. Με προαναγγελίες του τύπου «έρχεται νέος φάκελος στη Βουλή», «εμπλέκεται ο τάδε και ο δείνα υπουργός», «δεκάδες βουλευτές στο απόσπασμα», κλπ… Το ανακριτικό υλικό γίνεται βορά δημοσιογραφικών «αποκαλύψεων» και γεμίζει τα τηλεοπτικά δελτία, ΠΡΙΝ καν αποδοθούν συγκεκριμένες κατηγορίες. Χρειάζεται απλά ένας «φάκελος» με κάποια στοιχεία και κάποια ονόματα, ο οποίος πηγαίνει στη Βουλή και… χάος.

Παραιτούνται υπουργοί, βουλευτές γίνονται μόνιμοι «κάτοικοι» σε Εξεταστικές ή και Προανακριτικές Επιτροπές, και το ελληνικό Κοινοβούλιο μεταμορφώνεται ακαριαία σε Διαρκές Ανακριτικό Γραφείο.

Εν τω μεταξύ, στον δρόμο του χάους θίγονται υπολήψεις, κινδυνεύουν με καταστροφή ονόματα και πολιτικές σταδιοδρομίες. Επαναλαμβάνουμε: χωρίς καν να υπάρχει απαγγελία συγκεκριμένης κατηγορίας. Θύμα ή θύματα παντελώς απροστάτευτα στον βωμό της «εντυπωσιοθηρίας» και της εισαγγελικής αυθαιρεσίας. Σε αυτά τα «αιμοβόρα» πλαίσια, δεν υπάρχει κανόνας προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που να μην παραβιάζεται, ενώ η κυβέρνηση και ο υπουργός δικαιοσύνης παρατηρούν άπρακτοι, αφού στην ουσία την έχουν προκαλέσει.

Οι διαρροές θέτουν τους βουλευτές υπό ομηρία

Η κυβερνητική πλειοψηφία τελεί υπό αμφισβήτηση από τις καταφανώς παράνομες πρακτικές μιας Εισαγγελικής Αρχής, η οποία ενεργεί παραβατικά και αυθαίρετα και σε ό,τι αφορά τη δημοσιοποίηση και τις διαρροές του περιεχομένου των φακέλων που διαβιβάζονται στη Βουλή για έλεγχο.

Μάλιστα, στο επιστέγασμα, τα «χτυπήματα» της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έρχονται με έναν σαδιστικό τρόπο, σε… δόσεις, σαν το «μαρτύριο της σταγόνας». Με αποτέλεσμα οι βουλευτές να νιώθουν «όμηροι», αφού ουδείς γνωρίζει αν ένας καινούργιος «φάκελος» επικρέμεται επί της κεφαλής τους, κάπου στο άμεσο μέλλον, προκαλώντας την υποψία ενός δικαστικού εκβιασμού.

Εκεί λοιπόν κάπου χάνεται η μπάλα. Μετά τόσο καιρό, μπορεί κάποιος να μας πει για ποιο συγκεκριμένο αδίκημα κατηγορήθηκε ο Βορίδης; Κάποιος βουλευτής ζητά προφορικά ή γραπτά κάτι από έναν υπουργό. Είναι παράνομο αυτό; Από μόνο του, προφανώς όχι. Το αίτημα, ακόμα και αν είναι μη νόμιμο, δεν συνιστά αδίκημα. Ο υπουργός μπορεί να το δεχθεί ή όχι. Αν το αίτημα είναι παράνομο, ο υπουργός υποχρεούται να το απορρίψει. Αλλά αν το αίτημα απορριφθεί ή δεν ικανοποιηθεί, παράνομη πράξη απλά δεν υπάρχει.

Αλλοίωση της λαϊκής κυριαρχίας

Στη διαδικασία του ΟΠΕΚΕΠΕ, κουράζεται κανείς να εντοπίσει συγκεκριμένη πράξη υπουργού που να είναι παράνομη. Ταλαιπωρείται αφάνταστα να καταλάβει ποια είναι η κατηγορία. Γιατί επιτέλους ελέγχεται ο άνθρωπος αυτός. Ποιο είναι το αδίκημα που δήθεν τελέστηκε από αυτόν που πήρε το τηλέφωνο ή αυτόν που το σήκωσε, αν τελικά το αίτημα δεν ικανοποιήθηκε. Αλλά εξαιτίας όλων αυτών και της δημοσιότητας που έχουν πάρει, και με αφορμή τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, κινδυνεύει να τιναχθεί στον αέρα ΚΑΙ η κυβέρνηση ΚΑΙ η χώρα. Είναι αυτή η διαδικασία νόμιμη και συνταγματικά επιτρεπτή; Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε ας αποδεχθούμε ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της και κατά τούτο υπεύθυνη, φυσικά, είναι η κυβέρνηση. Αν όχι, τότε γιατί η Ελλάδα δεν στρέφεται νομικά και ποινικά εναντίον όσων παράνομων, ακόμα και αν αυτοί είναι ευρωπαίοι εισαγγελείς; Πού γράφεται ότι οι ασκούντες τα καθήκοντα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας τίθενται υπεράνω των νόμων της χώρας; Ποιος προστατεύει τους Έλληνες πολίτες από αυθαίρετες πράξεις αυτών των εισαγγελέων;

Οι αλλεπάλληλες, ανυπόστατες και δημοσιοποιημένες αόριστες δήθεν κατηγορίες που αποστέλλονται στη Βουλή προς δικαστική διερεύνηση συνιστούν μεθοδευμένο σύστημα αλλοίωσης της λαϊκής κυριαρχίας. Συνιστά μια ευθεία πολιτική παρέμβαση από μια Αρχή που δεν ανήκει στο ελληνικό κράτος, ούτε έχει νομιμοποιηθεί με κάποιο τρόπο από τους Έλληνες πολίτες. Είναι υποχρέωση της κυβέρνησης να προστατεύσει τόσο τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών του ελληνικού κράτους, όσο και τη λαϊκή κυριαρχία. Είναι υποχρέωση της κυβέρνησης να αποκατασταθεί η έκνομη αυτή κατάσταση.