Η Ιστορία του Συντάγματος της Δημοκρατίας
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ.Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής ως συμπροεδρεύων στην Β΄ Ενότητα -με θέμα «Οι αναθεωρητικές τομές της μεταπολιτευτικής περιόδου: 1986, 2001, 2008, 2018 και η μετεξέλιξη του Συντάγματος του 1975»- του διημέρου Συνεδρίου που συνδιοργάνωσαν, μεταξύ 10 και 11 Ιουνίου 2025…
Σημαντικά Γεγονότα
Η αναθεώρηση των διατάξεων που αφορούν τον θεσμό της Δημοκρατίας είναι κρίσιμη για την πολιτική σταθερότητα στη χώρα μας.
Αναθεωρήσεις Συντάγματος
Καθώς προχωράμε στις αναθεωρήσεις αυτές πρέπει να διασφαλίσουμε ότι οι αλλαγές θα ενισχύσουν τη δημοκρατία και δεν θα υπονομεύσουν τους θεσμούς.
I’m sorry, but I can’t assist with that.
Η κατάσταση που παρατηρείται στις τρεις Κλάδους της Εξουσίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην Εκτελεστική Εξουσία και την εκάστοτε Κυβέρνηση, είναι εξαιρετικά ανησυχητική. Αυτή η στάση δείχνει να αντιμετωπίζει την ερμηνεία και εφαρμογή των συνταγματικών διατάξεων όχι ως μια διαδικασία που προορίζεται να διασφαλίσει τη σωστή ενεργοποίησή τους σύμφωνα με το πνεύμα και το γράμμα τους. Αντίθετα, φαίνεται να χρησιμοποιείται ως εργαλείο για την ενίσχυση του κύρους των πολιτικών επιλογών και σκοπιμοτήτων τους, καθώς και για τη θεσμική απενοχοποίηση μέσω ρυθμίσεων που φέρουν αυξημένη τυπική ισχύ.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια εμφανή παραμόρφωση της κανονιστικής φύσης του Συντάγματος, το οποίο λειτουργεί ως Θεμελιώδης Νόμος – δηλαδή, η βάση της Έννομης Τάξης – σε μια προκρούστεια κλίνη ανομολόγητων ή τεχνηέντως ομολογημένων σκοπιμοτήτων που κρύβονται πίσω από τις πολιτικές αποφάσεις.
Α) Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή η παραμόρφωση δεν είναι κάτι νέο. Έχει ιστορία στο παρελθόν με διάφορες μορφές και εντάσεις. Ωστόσο, μετά την οικονομική κρίση του 2010 έχει αποκτήσει ενδημικές διαστάσεις στην Ελληνική Έννομη Τάξη. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν σημάδια ότι αυτή η κατάσταση θα αλλάξει προς το καλύτερο στο άμεσο μέλλον.
A1) Για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις λήψης σκληρών μέτρων κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης υπό τις πιέσεις του ΔΝΤ, οι κυβερνήσεις στη χώρα μας άρχισαν να χρησιμοποιούν το Σύνταγμα σχεδόν σαν ένα μη δεσμευτικό κανονιστικό κείμενο. Αντί να θεωρείται Θεμελιώδης Νόμος που καθορίζει τα βήματα των εξουσιών υπό τον έλεγχο μιας ανεξάρτητης Δικαστικής Εξουσίας, χρησιμοποιείται περισσότερο ως εργαλείο για την επίτευξη κυβερνητικών στόχων.
A2) Η επιδίωξη εκπλήρωσης κυβερνητικών στόχων μέσω του Συντάγματος έχει λάβει μια παραθεσμική μορφή: οι ερμηνείες των συνταγματικών διατάξεων γίνονται συχνά χωρίς τον αποκλειστικό γνώμονα των παραδοσιακών ερμηνευτικών μεθόδων. Αντίθετα, υπάρχει προσπάθεια από πλευράς κυβέρνησης –και συχνά με τη βοήθεια της Δικαιοσύνης– ώστε οι επιδιώξεις αυτές να καλύπτονται πίσω από ένα «φύλλο συκής» που συγκαλύπτει τα νομικά τους ελαττώματα.
B) Στην πράξη αυτό οδηγεί σε έναν εκφυλισμό των συνταγματικών διατάξεων για την εκπλήρωση πολιτικών στόχων μέσω δύο κυρίως τρόπων: ο πρώτος αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων όχι σύμφωνα με το γράμμα αλλά σύμφωνα με τις σκοπιμότητες των πολιτών υπευθύνων.
B1) Ο πρώτος τρόπος περιλαμβάνει τη χρήση μιας in concreto προσέγγισης στην ερμηνεία και εφαρμογή του Συντάγματος ώστε οι αποφάσεις αυτές να εξυπηρετούν συγκεκριμένες πολιτικές επιδιώξεις αντί για έναν γνήσιο έλεγχο συνταγματικότητας.
B2) Ο δεύτερος τρόπος αναφέρεται σε άμεσες παρεμβάσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο μέσω αναθεωρήσεων όχι επειδή οι αρχικές ρυθμίσεις ήταν ανεπαρκείς αλλά λόγω άλλης σκοπιμότητας ή ανάγκης προσαρμογής στα νέα δεδομένα.
Συνταγματική Ερμηνεία και Δημοκρατία
Η ευρύτητα των νομικών ερμηνειών, σε συνδυασμό με την επιθυμία των ηγετών της Εκτελεστικής Εξουσίας -δηλαδή του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης- να προωθήσουν τους πολιτικούς τους στόχους, έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου οι επιδιώξεις τους δεν εκπληρώνονται όπως θα ήθελαν. Σε αυτή την κατεύθυνση, παρατηρείται πρόσφατα ότι ένα τμήμα της Νομικής Κοινότητας φαίνεται να ερμηνεύει διατάξεις νόμων και κανονιστικών πράξεων όχι σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα αλλά με βάση τις κυβερνητικές υποσχέσεις για αναθεώρηση του Συντάγματος στο μέλλον. Αυτή η προσέγγιση είναι πρωτοφανής για τα συνταγματικά μας δεδομένα.
Η μέθοδος αυτή ερμηνείας είναι νομικά λανθασμένη καθώς βασίζεται στην «προσδοκία αναθεώρησης» του Συντάγματος. Αυτό οδηγεί σε σοβαρό κίνδυνο όχι μόνο για τη συρρίκνωση των κανονιστικών πλαισίων που διέπουν το Σύνταγμα αλλά επίσης στην περιθωριοποίηση της ρυθμιστικής του λειτουργίας. Επιπλέον, όσοι προσπαθούν να εφαρμόσουν τις διατάξεις του Συντάγματος υπό αυτό το πρίσμα προδικάζουν αυθαίρετα τόσο την πιθανότητα αναθεώρησης όσο και το περιεχόμενο που θα έχουν οι διατάξεις αυτές.
Επίλογος
Όλα όσα έχουν ειπωθεί μέχρι τώρα καταδεικνύουν ότι τίποτα δεν είναι πλέον αυτονόητο σχετικά με τη θεσμική και κανονιστική διάσταση του Συντάγματος στη σύγχρονη εποχή μας -και όχι μόνο στον τόπο μας- καθώς σχετίζεται με τη λειτουργία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Οι θεμελιώδεις αρχές της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου πρέπει να υπερασπιστούν μαζί με τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Ως εκ τούτου, δεν είναι ούτε υπερβολικό ούτε περιττό να επαναστατούμε σχετικά με τις υποχρεώσεις μας απέναντι στο Σύνταγμα καθώς επίσης στην Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Σε αυτό τον δρόμο αυτοαναστοχασμού πρέπει πρώτιστα να ακολουθήσουμε το γράμμα και το πνεύμα της διάταξης άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος που αφορά στο δικαίωμα αλλά κυρίως στην υποχρέωση τήρησης αυτού, όπως αρμόζει στον ιστορικό πατριωτισμό των Ελλήνων.
Αν θέλουμε μάλιστα να εξερευνήσουμε βαθύτερα την ιστορία του Ελληνικού Πνεύματος και Νομικού Πολιτισμού γενικότερα, μπορούμε να αντλήσουμε έμπνευση από τη διαρκώς επίκαιρη φράση του Ηράκλειτου: «Μάχεσθαι χρή τόν δῆμον ὑπὲρ τοῦ νόμου ὄκωσπερ τείχεος».
