Μετέωρη αφήνει το νομοσχέδιο για την Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας την ισχύ των συλλογικών συμβάσεων που έχουν υπογραφεί τα τελευταία χρόνια, καθώς δεν καλύπτονται από την πολυσυζητημένη μετενέργεια, όπως επισημαίνει η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής σε σχετική έκθεσή της. Επιπλέον, η Υπηρεσία επισημαίνει σοβαρά ζητήματα νομοτεχνικής αρτιότητας, κινδύνους για τη νομική ασφάλεια, αλλά και «ξεχασμένες» διατάξεις που παραμένουν σε ισχύ δημιουργώντας σύγχυση. Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της συμφωνίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων για τα εργασιακά είναι η επαναφορά της μετενέργειας των συλλογικών συμβάσεων, που είχε καταργηθεί κατά τη μνημονιακή περίοδο με ολέθρια αποτελέσματα για τους εργαζομένους. Δηλαδή, ότι οι συλλογικές συμβάσεις δεν θα παύουν να ισχύουν μετά τη λήξη τους και μέχρι να υπογραφεί η επόμενη αντίστοιχη συμφωνία. Όμως, η επιστροφή της μεττενέργειας κρύβει ένα σημαντικό «αστερίσκο», όπως επισημαίνει η Επιστημονική Υπηρεσία: Το νομοσχέδιο επαναφέρει το καθεστώς της πλήρους μετενέργειας που ίσχυε πριν το 2012. Αυτό σημαίνει ότι μετά τη λήξη μιας σύμβασης, εξακολουθούν να ισχύουν όλοι οι όροι της (και όχι μόνο ο βασικός μισθός και τα 4 επιδόματα) μέχρι την υπογραφή νέας. Η έκθεση, ωστόσο, διευκρινίζει ότι βάσει της μεταβατικής διάταξης, η ευνοϊκή αυτή ρύθμιση θα ισχύει μόνο για τις συλλογικές συμβάσεις που θα συναφθούν μετά την ψήφιση του νόμου και όχι για τις υφιστάμενες. Αυτό σημαίνει ότι εκατοντάδες συμβάσεις που έχουν υπογραφεί, επιχειρησιακές και κλαδικές, όταν λήξουν θα… «καούν» και η τύχη των εργαζομένων θα εξαρτάται από το αν θα συμφωνηθεί έγκαιρα μια νέα σύμβαση, που θα ενσωματώνει όσα ήδη είχαν κερδίσει με την αμέσως προηγούμενη. Αυτό, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, θα εξαρτάται από την καλή θέληση των εργοδοτών. Οι συμβάσεις που θα «καούν» όταν λήξουν δεν είναι λίγες. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η εικόνα για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας παρουσιάζει κινητικότητα, με έμφαση στις επιχειρησιακές συμβάσεις και τις μισθολογικές αυξήσεις σε συγκεκριμένους κλάδους. Ειδικότερα, στο δεκάμηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025, υπογράφηκαν 170 νέες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις που καλύπτουν 88.208 εργαζομένους. Από αυτές, οι 73 προέβλεπαν μισθολογικές αυξήσεις, ενώ οι υπόλοιπες δεν περιελάμβαναν μεταβολές μισθών. Συγκριτικά, ολόκληρο το 2024 είχαν υπογραφεί 238 συμβάσεις για 171.161 εργαζομένους, εκ των οποίων οι 82 περιείχαν αυξήσεις. Η ΤτΕ ξεχωρίζει σημαντικές κλαδικές συμφωνίες που υπεγράφησαν πρόσφατα: Τράπεζες: Τον Απρίλιο του 2025, συμφωνήθηκε τριετές πλαίσιο με αυξήσεις 2% για τέσσερις διαφορετικές χρονικές περιόδους έως το τέλος του 2027. Ιδιωτική Ασφάλιση: Τον Ιούλιο του 2025, υπεγράφη τριετής σύμβαση με αυξήσεις 4% (2025), 3% (2026) και 2% (2027), η οποία μάλιστα επεκτάθηκε υποχρεωτικά σε όλο τον κλάδο με υπουργική απόφαση. Ξενοδοχοϋπάλληλοι: Τον Φεβρουάριο του 2025, συμφωνήθηκε διετής σύμβαση με αύξηση 5% για το 2025 και 3% για το 2026. Αστοχίες στο νομοσχέδιο Το Επιστημονικό Συμβούλιο επισημαίνει, επίσης, ότι το νομοσχέδιο έχει αρκετές αστοχίες. Για παράδειγμα, τροποποιεί τον Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 62/2025) χωρίς να αγγίζει τους αρχικούς νόμους που κωδικοποιήθηκαν σε αυτόν. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι το Π.Δ. 62/2025 δεν έχει «γνήσιο κωδικοποιητικό χαρακτήρα» (δεν κατήργησε δηλαδή τους παλαιούς νόμους), αλλά λειτούργησε ως μια διοικητική συγκέντρωση διατάξεων. Το αποτέλεσμα; Δημιουργείται νομική αβεβαιότητα για το ποια διάταξη υπερισχύει: η τροποποιημένη διάταξη του Κώδικα ή η αρχική νομοθετική ρύθμιση που παραμένει τυπικά σε ισχύ και δεν έχει καταργηθεί. Η Επιστημονική Υπηρεσία προειδοποιεί ότι η απλή τροποποίηση του Κώδικα δεν συνεπάγεται αυτόματα και τροποποίηση του αρχικού νόμου, προτείνοντας ρητή πρόβλεψη για την αποφυγή σύγχυσης. Ο νέος ρόλος της ΓΣΕΕ και οι κλαδικές συμβάσεις Το νομοσχέδιο δίνει τη δυνατότητα στη ΓΣΕΕ να συνυπογράφει κλαδικές συμβάσεις εργασίας, εφόσον προσκληθεί από την αρμόδια κλαδική οργάνωση. Η ρύθμιση αυτή είναι κρίσιμη, διότι αν συνυπογράφει η ΓΣΕΕ, η σύμβαση μπορεί να κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική χωρίς να εξετάζεται αν καλύπτει το 40% των εργαζομένων του κλάδου, όπως ορίζει πλέον ο νόμος. Ωστόσο, η έκθεση προτείνει μια σημαντική λεκτική διόρθωση: Να γίνεται λόγος για «συνυπογραφή» και όχι για «σύναψη» από τη ΓΣΕΕ, καθώς η τριτοβάθμια οργάνωση δεν έχει αυτοτελή αρμοδιότητα, αλλά λειτουργεί επικουρικά. ΓΕΜΗΣΟΕ: Προσωπικά δεδομένα και «παγίδες» Σε συμμόρφωση με απόφαση του ΣτΕ και τον κανονισμό GDPR, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι τα στοιχεία των διοικήσεων των συνδικάτων θα καταχωρίζονται στο Μητρώο (ΓΕΜΗΣΟΕ) μόνο με τη ρητή συγκατάθεσή τους. Η Επιστημονική Υπηρεσία, όμως, επισημαίνει ένα κενό ασφαλείας δικαίου: Θα πρέπει να ορίζεται ρητά στον νόμο ότι η άρνηση ενός συνδικαλιστή να δώσει τη συγκατάθεσή του (και άρα η μη καταχώριση του ονόματός του) δεν θα καθιστά την εγγραφή του σωματείου άκυρη ή παράνομη. Θετικό σημείο αποτελεί, πάντως, η κατάργηση της διάταξης που απαγόρευε σε ένα σωματείο να υπογράφει συλλογικές συμβάσεις αν δεν είχε επικαιροποιήσει τα στοιχεία του στο Μητρώο, μέτρο που είχε κριθεί ως δυσανάλογο. Διαιτησία: Κατάργηση με… εκκρεμότητες Το νομοσχέδιο καταργεί τον δεύτερο βαθμό διαιτησίας στον ΟΜΕΔ για λόγους επιτάχυνσης. Ωστόσο, και εδώ εντοπίζεται νομοτεχνική αστοχία: Ενώ καταργείται το σχετικό άρθρο του Κώδικα (άρθρο 412), δεν καταργείται η αντίστοιχη αρχική διάταξη του ν. 1876/1990 (άρθρο 16Β), η οποία παραμένει τυπικά ενεργή. Επιπλέον, δημιουργείται μια νέα Επιτροπή Ελέγχου Παραδεκτού για τις μονομερείς προσφυγές στη Διαιτησία. Η απόφαση αυτής της Επιτροπής θα προσβάλλεται στα δικαστήρια, γεγονός που, παρά την κατάργηση του β’ βαθμού διαιτησίας, μπορεί τελικά να οδηγήσει σε νέες καθυστερήσεις μέχρι την τελεσίδικη απόφαση. Η Επιστημονική Υπηρεσία ουσιαστικά καλεί το Υπουργείο να προχωρήσει σε νομοτεχνικές βελτιώσεις πριν την ψήφιση, ώστε να καταργηθούν ρητά οι παλαιές διατάξεις και να αποφευχθεί το φαινόμενο της «διπλής νομοθεσίας» που θα οδηγήσει με βεβαιότητα τις εργασιακές σχέσεις στις δικαστικές αίθουσες.
