Νέα Απόφαση για τους Χρόνους Παραγραφής Καταθέσεων σε Τράπεζες Εξωτερικού
Μια ανατρεπτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) ανοίγει νέο δρόμο όσον αφορά τους χρόνους παραγραφής των καταθέσεων Ελλήνων φορολογουμένων σε τράπεζες του εξωτερικού, επιτρέποντας στην εφορία να διατηρεί ανοιχτές υποθέσεις πέρα από την πενταετία.
Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, η προθεσμία παραγραφής για ελέγχους που αφορούν καταθέσεις εντός Ελλάδας και σε χώρες που συνεργάζονται φορολογικά είναι πέντε χρόνια από την ημερομηνία υποβολής της φορολογικής δήλωσης. Αντίθετα, για καταθέσεις σε χώρες χωρίς φορολογική συνεργασία, η προθεσμία αυτή επεκτείνεται στα δέκα χρόνια.
Η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ παρέχει μια σημαντική διευκρίνιση: ο χρόνος παραγραφής μπορεί να επεκταθεί έως και δέκα χρόνια για καταθέσεις στο εξωτερικό ακόμα και αν αυτές βρίσκονται σε τράπεζες χωρών με τις οποίες υπάρχει συμφωνία ανταλλαγής πληροφοριών. Ωστόσο, υπάρχει μία κομβική προϋπόθεση: η φορολογική αρχή πρέπει να έχει ζητήσει διοικητική βοήθεια εντός της πενταετίας.
Αυτό σημαίνει ότι αν οι αρμόδιοι ελεγκτές ζητήσουν στοιχεία σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς ενός Έλληνα πολίτη εντός αυτής της περιόδου (π.χ., το 2025 για τα έσοδα του 2020), αλλά τα στοιχεία φτάσουν το 2027, τότε η υπόθεση θα παραμείνει «ανοιχτή» μέχρι να ληφθούν οι απαιτούμενες πληροφορίες ή μέχρι τη συμπλήρωση δέκα ετών. Αντίθετα, αν το αίτημα γίνει μετά την πάροδο της πενταετίας, τότε η υπόθεση θεωρείται ότι έχει ήδη παραγραφεί και δεν μπορεί να επεκταθεί στη δεκαετία.
Η Απόφαση του ΣτΕ
Η νέα απόφαση (ΣτΕ 665/2025) δηλώνει ότι «η δεκαετής προθεσμία παραγραφής (άρθρο 68 παρ. 2 ΚΦΕ) ενεργοποιείται όταν τα συμπληρωματικά στοιχεία (περιλαμβανομένων αυτών που περιέρχονται μέσω αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής) περιέλθουν στη φορολογική αρχή μετά την πάροδο της πενταετίας και μέχρι τη συμπλήρωση της δεκαετίας. Ωστόσο, προϋπόθεση είναι ότι η φορολογική αρχή έχει υποβάλει το σχετικό αίτημα αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής εντός του χρόνου που όφειλε να δράσει, δηλαδή εντός της πενταετίας».
Η εποπτεία των τραπεζικών λογαριασμών και των μεταφορών χρημάτων αποτελεί ένα κρίσιμο εργαλείο στις προσπάθειες των φορέων ελέγχου κατά της φοροδιαφυγής καθώς επίσης συμβάλλει στον εντοπισμό μη δηλωθέντων εισοδημάτων.
