Στο πλαίσιο του Συμβουλίου Γεωργίας και Αλιείας της ΕΕ, ο Έλληνας υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κώστας Τσιάρας, συμμετέχει στις εργασίες. Η ατζέντα της συνάντησης περιλαμβάνει κρίσιμα θέματα για την κοινή γεωργική πολιτική μετά το 2027, με έμφαση στις προτάσεις και τις συστάσεις που έχει υποβάλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επιπλέον, οι υπουργοί Γεωργίας θα εξετάσουν την έκθεση αξιολόγησης της οδηγίας για την αντιμετώπιση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών.
Με την προσέλευσή του στη συνεδρίαση, ο κ. Τσιάρας τόνισε τη σημασία των θεμάτων που αφορούν τον αγροδιατροφικό τομέα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπογράμμισε την αναγκαιότητα χάραξης σαφών όρων και προϋποθέσεων για τη νέα προγραμματική περίοδο, με στόχο την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του πρωτογενούς τομέα και την ουσιαστική οικονομική στήριξη των Ευρωπαίων αγροτών. Ο υπουργός επεσήμανε ότι ο αγροδιατροφικός τομέας αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την ανάπτυξη και την προστιθέμενη αξία των ευρωπαϊκών κοινωνιών και των κρατών-μελών, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στην επιβίωση και την πρόοδο των αγροτών.
Αναλυτικότερα, ο κ. Τσιάρας δήλωσε: «Προσερχόμαστε στη σημερινή συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με μια σειρά θεμάτων που συνιστούν μεγάλες προκλήσεις, αλλά και μεγάλα ζητήματα για τον αγροδιατροφικό τομέα στην ΕΕ. Είναι πολύ σημαντικό να δούμε τα επόμενα βήματα που αφορούν στη διαμόρφωση των όρων και των συνθηκών της νέας προγραμματικής περιόδου, κυρίως για να διασφαλίσουμε την ανθεκτικότητα του πρωτογενούς τομέα, να στηρίξουμε ισοδηματικά τους Ευρωπαίους αγρότες, αλλά και να δώσουμε μια πραγματική δυνατότητα ουσιαστικής ανάπτυξης και βιωσιμότητας του πρωτογενούς τομέα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε αυτήν την προσπάθεια, είμαστε όλοι με το βλέμμα μας στραμμένο στο μέλλον, με δεδομένη τη συνθήκη ότι ο αγροδιατροφικός τομέας εξακολουθεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας ανάπτυξης για όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά και βεβαίως μια παράμετρος η οποία δίνει προστιθέμενη αξία σε όλες τις χώρες-μέλη. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσουμε να έχουμε επαρκή προϊόντα για τα επόμενα πολλά χρόνια και, κυρίως, να δώσουμε τη δυνατότητα σε ένα μεγάλο κοινωνικό σύνολο, που είναι οι Ευρωπαίοι αγρότες, να επιβιώνουν και να αναπτύσσονται μέσα από τις συνθήκες που τους προσφέρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή».
