Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) επιδεικνύουν ακραία επιθετικότητα έναντι των οφειλετών, επιδιώκοντας με κάθε μέσο την εκποίηση κατοικιών, ακόμη και όταν οι δανειολήπτες προστατεύονται από τις διατάξεις του νόμου Κατσέλη.
Η πρόσφατη απόφαση 1615/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποκαλύπτει τον ανεξέλεγκτο τρόπο δράσης των servicers, οι οποίοι συχνά αγνοούν εν ισχύ δικαστικές αποφάσεις προστασίας.
Πρόκειται για μία ακόμη υπόθεση που αναδεικνύει στα δικαστήρια την έλλειψη επαρκούς θεσμικού και εποπτικού ελέγχου των συγκεκριμένων εταιρειών.
Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα, ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ζήτησε μεγαλύτερη διαφάνεια και ενίσχυση της εποπτείας των εταιρειών που διαχειρίζονται τα «κόκκινα» δάνεια, ασκώντας κριτική στην Τράπεζα της Ελλάδος για την περιορισμένη εποπτεία της στους servicers.
Το Χρονικό της Αυθαιρεσίας
Στην επίμαχη περίπτωση, η εταιρεία διαχείρισης από δάνεια και πιστώσεις, ενεργώντας ως διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με έδρα την Ιρλανδία, προχώρησε στην αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου του οφειλέτη. Η κατάσχεση επιβλήθηκε για το ποσό των 50.000,00 ευρώ, παρόλο που ο οφειλέτης βρισκόταν ήδη υπό νομική προστασία.
Συγκεκριμένα, η ενέργεια του servicer αγνόησε πλήρως το εξής ιστορικό:
- Ο ανακόπτων είχε ασκήσει αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 στο πρώην Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου από το 2015.
- Μετά την απόρριψη της αίτησής του (απόφαση 34/2022), άσκησε εμπρόθεσμα έφεση.
- Εν αναμονή της έφεσης, ο οφειλέτης άσκησε αίτηση κατ’ άρθρο 6 παρ. 5 του Ν. 3869/2010, πετυχαίνοντας την έκδοση της απόφασης 7/2024 του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, με την οποία ανεστάλη η αναγκαστική εκτέλεση που επισπευδόταν εναντίον του.
- Το Δικαστήριο είχε πιθανολογήσει ότι η έφεσή του θα ευδοκιμούσε και ότι η εκτέλεση θα προκαλούσε ουσιώδη βλάβη στα συμφέροντά του.
Παρά ταύτα, ο servicer ξεκίνησε νέα αναγκαστική εκτέλεση, επιδίδοντας επιταγή προς πληρωμή και προχωρώντας στην Έκθεση Αναγκαστικής Κατάσχεσης της ακίνητης περιουσίας του.
Η Απόφαση – Ασπίδα για τον Οφειλέτη
Ο δανειολήπτης άσκησε ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 του ΚΠολΔ, η οποία συζητήθηκε στις 3 Μαρτίου 2026. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την απόφαση που δημοσιεύθηκε στις 28 Απριλίου 2026, έβαλε φρένο στις επιθετικές πρακτικές, κάνοντας δεκτή την ανακοπή.
Η απόφαση έχει ευρύτερο ενδιαφέρον διότι αποσαφηνίζει κρίσιμα νομικά ζητήματα γύρω από το καθεστώς της αναστολής, θωρακίζοντας τους οφειλέτες:
- Ισχύς Erga Omnes (έναντι πάντων): Η απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ. 5 εδ. γ’ του Ν. 3869/2010 κατά την χορήγηση αναστολής, ισχύει έναντι πάντων (erga omnes).
- Απόλυτη Ακυρότητα: Κάθε διάθεση περιουσιακού στοιχείου μετά την απόφαση αναστολής είναι αυτοδικαίως άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 175 του Αστικού Κώδικα.
- Προστασία Καλόπιστων Τρίτων: Η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη και εκτείνεται ακόμη και έναντι των καλόπιστων τρίτων, αφού επέρχεται εκ του νόμου (ex lege), ακόμη και αν δεν αναφέρεται ρητά στην απόφαση αναστολής.
- Τέλος στη Βιομηχανία των Αναστολών: Δεν επιβάλλεται πλέον στον οφειλέτη να προβαίνει σε συνεχείς και δαπανηρές αιτήσεις αναστολών για κάθε νέα αναγκαστική εκτέλεση, εφόσον έχει ήδη εκδοθεί θετική απόφαση κατά το άρθρο 6 παρ. 5.
Με αυτές τις παραδοχές, το Δικαστήριο ακύρωσε την από 3.9.2025 επιταγή προς πληρωμή και την υπ’ αριθμ. 2983/6.10.2025 Έκθεση Αναγκαστικής Κατάσχεσης. Επιπρόσθετα, καταδίκασε την εταιρεία διαχείρισης στην καταβολή δικαστικών εξόδων ύψους 1.000 ευρώ.
Τον οφειλέτη εκπροσώπησαν ο δικηγόρος Πειραιά, Γεώργιος Καλτσάς και η δικηγόρος Αθηνών, Νικολέτα Κατσάνου.
