Η πρόσφατη δήλωση του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, η οποία προβλήθηκε με μεγάλη έμφαση από τα μέσα ενημέρωσης, προκάλεσε αίσθημα ανακούφισης σε όσους τοποθετούνται εντός της Δημοκρατικής παράταξης. Ο κ. Τσίπρας τόνισε: «Η κατάσταση με την κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν πάει άλλο. Οι ηγεσίες και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ και των άλλων κομμάτων της προοδευτικής αντιπολίτευσης αγωνίζονται για την πολιτική αλλαγή.
Το newsletter του webreporter καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Ωστόσο, για διάφορους λόγους, δεν επιτυγχάνεται η σύγκλιση προς τη συγκρότηση ενός πολιτικού φορέα με πλειοψηφική προοπτική απέναντι στη Δεξιά, κάτι που έχει συμβεί και στο παρελθόν. Μπροστά στον κίνδυνο παράτασης της καταστροφικής διακυβέρνησης του «συστήματος Μητσοτάκη» ή ανανέωσης της εκλογικής επικράτησης της ΝΔ υπό άλλη ηγεσία, θέτω την εμπειρία μου ως πρώην Πρωθυπουργός στη διάθεση των δημοκρατικών δυνάμεων.
Αναγνωρίζοντας τα λάθη και τις παραλείψεις μου στην ανασυγκρότηση της Δημοκρατικής Παράταξης, καλώ τα κόμματα που την εκπροσωπούν να συζητήσουμε από μηδενική βάση τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων που θα οδηγήσουν σε νικηφόρο αποτέλεσμα στις επόμενες εκλογές. Σε ό,τι με αφορά, θα αναλάβω τον ρόλο που θα μου ανατεθεί από τη συλλογική βούληση των φορέων που θα συμπράξουν για την πολιτική αλλαγή».
Η δήλωση αυτή, αν και ευοίωνη, δεν υλοποιήθηκε ποτέ, ούτε καν ως αστείο. Ο λόγος είναι απλός: αυτός που θα μπορούσε να την πραγματοποιήσει, δείχνει να ενδιαφέρεται πρωτίστως για την προσωπική του σταδιοδρομία στην πολιτική. Αντί να προσεγγίσει τα κόμματα που μάχονται κατά του Μητσοτάκη, ο κ. Τσίπρας, κατά την τρέχουσα περίοδο που φαίνεται να ασχολείται με «πολιτικό τουρισμό», σεμινάρια και παρουσιάσεις βιβλίων, τους αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού. Απαξιώνει τον ΣΥΡΙΖΑ, επιτίθεται στο ΠΑΣΟΚ και υποτιμά τις υπόλοιπες δυνάμεις, αποδεχόμενος ουσιαστικά μόνο όσους τον ακολουθούν δουλικά, με κριτήριο την προσωπική τους επιβίωση. Αυτός ο διασταυρούμενος αμοραλισμός αποτελεί τον καλύτερο σύμμαχο του κ. Μητσοτάκη.
Ο Αλέξης Τσίπρας, στον οποίο το 2012 η συλλογική συνείδηση των πολιτών που απογοητεύτηκαν από το ΠΑΣΟΚ ανέθεσε την ανασυγκρότηση της Δημοκρατικής παράταξης, έχει διαπράξει το τρίτο ιστορικό, πολιτικό – αν όχι και ηθικό – λάθος του:
- Το πρώτο λάθος συνέβη το 2015. Χαρακτήρισε την εκλογική νίκη, την οποία όφειλε στη Δημοκρατική Παράταξη, ως «πρώτη φορά Αριστερά στην κυβέρνηση», σχηματίζοντας αντίστοιχο υπουργικό Συμβούλιο. Η απαξίωση που περιείχε η ατυχής σύμπραξη με τον Καμμένο, η οποία είχε προαποφασιστεί και ουδέποτε διακόπηκε, σημάδεψε αυτή την περίοδο.
- Το δεύτερο λάθος έγινε το 2019. Μετά την αψυχολόγητη προκήρυξη πρόωρων εκλογών, που οδήγησε στην ήττα του, δεν προχώρησε στην ανασύνταξη του ευρύτερου προοδευτικού χώρου σε μια εμπροσθοβαρή κυβερνώσα δύναμη, σύμφωνα με τη λαϊκή εντολή. Υπέκυψε στα «βαρίδια» του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία αποδοκιμάζει εκ των υστέρων στην «Ιθάκη», οδηγούμενος στη συντριβή του 2023, προτείνοντας για την κυβέρνηση όσους είχαν απομακρυνθεί από τις αρχές το 2019.
Η διολίσθηση αυτής της περιόδου συνεχίστηκε με τα «Κασσελακικά» και την απαξιωτική εγκατάλειψη της Βουλής, αφήνοντας τον κ. Μητσοτάκη «ατουφέκιστο» για ολόκληρη την τετραετία.
Τώρα, ο κύκλος ολοκληρώνεται με το τρίτο λάθος: την εγωιστική αξίωση να τον «ακολουθήσουν» οι προοδευτικές δυνάμεις της χώρας ως ηγέτη τους, χωρίς να έχει εκλεγεί από κανένα συλλογικό όργανο. Αυτό συμβαίνει πριν καν ο νέος πολιτικός φορέας, που κάποια στιγμή θα ανακοινώσει, δώσει δείγματα ιδεολογίας, πολιτικής και οργάνων. Ακόμη και για το «Μανιφέστο» του, ενώ διαθέτει στον «χώρο» του τον Αντώνη Λιάκο και άλλους διανοούμενους, απευθύνθηκε στον Σιακαντάρη και τον Μαραντζίδη.
Αυτή τη στιγμή, η προοπτική του «κόμματος Τσίπρα» συρρικνώνεται στην επανασυγκέντρωση του παλιού, περιθωριακού ΣΥΡΙΖΑ, όπως προκύπτει από τις συγκεντρώσεις στις οποίες ομιλεί. Δεν διακρίνεται κανένα ρεύμα που θα του δώσει ώθηση, καθώς ο ίδιος αποκόπτεται από τη Δημοκρατική παράταξη, αναζητώντας μιντιακά ερείσματα σε αντιπάλους τους. Έχει μια έσχατη ευκαιρία να πιάσει ξανά το νήμα, αξιοποιώντας τα «χαρτιά του»: τη σκηνική του παρουσία και το εναπομείναν πολιτικό του κεφάλαιο, το οποίο σπατάλησε τα τελευταία χρόνια. Για να γίνει αυτό, πρέπει να εγκαταλείψει τον ηγεμονισμό του, να μιλήσει ισότιμα με τις δυνάμεις της Παράταξης, με βάση τις αρχές, τη διαδρομή της και τις ανάγκες της χώρας, όχι ως αυτοσκοπό. Έχοντας υπόψη του ότι «κορόιδα δεν υπάρχουν πλέον».
