Ανδρουλάκης – Τσίπρας: Οι «καλύτεροι φίλοι» και «χορηγοί» του Κυριάκου Μητσοτάκη

Η πολιτική σκακιέρα της Ελλάδας παρουσιάζει ενδιαφέρον, θυμίζοντας στους παλαιότερους μια ατάκα του Διονύση Φωτόπουλου: η επιτυχία έρχεται όταν βρίσκεις τους κατάλληλους αντιπάλους – και μετά, απλώς απολαμβάνεις τη διαδρομή. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά το κομμουνιστικό του παρελθόν (κάτι που ίσως δεν γνωρίζει ο Άδωνις), φαίνεται να ακολουθεί αυτή τη στρατηγική.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Πρωθυπουργός σχεδιάζει να παρατείνει τις διακοπές του στην Κρήτη μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου. Έχει ήδη ενημερώσει ότι θα παραστεί στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, κάτι που αφαιρεί την ανάγκη για παρουσία της Ντόρας Μπακογιάννη. Για τις ανακοινώσεις στη ΔΕΘ, αναμένεται να στείλει τον Άκη Σκέρτσο. Στη συνέχεια, προγραμματίζει ένα ταξίδι στην Αμερική διάρκειας περίπου ενός μήνα, θα περάσει τα Χριστούγεννα στο Παρίσι και ακολούθως θα επισκεφθεί το Μπουτάν, έναν προορισμό που επιθυμεί η Μαρέβα Μητσοτάκη. Περίπου το Πάσχα, αναμένεται να επικοινωνήσει με τον Πρόεδρο της Βουλής, Κωνσταντίνο Τασούλα, για την προκήρυξη των εκλογών, και μετά τη λήξη τους, θα επιστρέψει στην Αθήνα για να ορκιστεί εκ νέου Πρωθυπουργός. Αμέσως μετά, θα αναλάβει την Ευρωπαϊκή προεδρία στις Βρυξέλλες, μια θέση που επιθυμεί διακαώς.

Οι συνεργάτες του, ανήσυχοι για το πυκνό του πρόγραμμα, φέρονται να έχουν τηλεγραφηθεί στο Μαράθι: «Πρόεδρε, τι κάνεις; Κινδυνεύουμε να χάσουμε τις εκλογές!» Η απάντηση που φέρεται να έλαβε από την ξαπλώστρα του ήταν: «Από αυτούς; Αποκλείεται…»

Οι «αυτοί» στους οποίους αναφέρεται ο Πρωθυπουργός είναι ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης. Η συμβολή τους στην πολιτική στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι τόσο σημαντική, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν δικοί του άνθρωποι, ειδικά σε μια περίοδο όπου αντιμετωπίζει δυσκολίες – ακόμα και ο Σαουδάραβας φίλος του έχει έρθει σε ρήξη με τον Ερντογάν.

Αν όλα αυτά ακούγονται σαν αστείο, ίσως και να μην είναι. Ο Μητσοτάκης, είτε έχει ρίζες από τον βρετανικό θρόνο, είτε απλώς έχει μελετήσει εις βάθος το δόγμα «διαίρει και βασίλευε» της αγγλικής πολιτικής σχολής, φαίνεται να κυριαρχεί χωρίς καν να χρειάζεται να διχάσει. Οι ηγέτες του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται να διχάζονται μόνοι τους, τόσο μεταξύ τους όσο και εσωτερικά.

Ο Αλέξης Τσίπρας, αφού έχει «αμοιβαιοποιήσει» τον ΣΥΡΙΖΑ στον ύψιστο βαθμό, έχει αυτοανακηρυχθεί εκ νέου υποψήφιος Πρωθυπουργός και φαίνεται να παίζει με την ιδέα του εκλογικού αποτελέσματος: «Θα κερδίσω τον Μητσοτάκη από την πρώτη Κυριακή ή θα τον αφήσω για τη δεύτερη;» Στον ελεύθερο χρόνο του, επιτίθεται στον Νίκο Ανδρουλάκη – την ίδια στιγμή που επιτίθεται και στον Μητσοτάκη – επειδή το ΠΑΣΟΚ φέρεται να χρωστάει στις τράπεζες ένα μεγάλο ποσό από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου. Απειλεί ότι, εφόσον εκλεγεί κυβέρνηση, θα φέρει νόμο που θα δεσμεύει όχι μόνο την κρατική επιχορήγηση αλλά και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ. Την ίδια μοίρα, υπονοεί, θα έχει και η Νέα Δημοκρατία. Ωστόσο, το υπονοούμενο είναι σαφές: το βλέμμα του είναι στραμμένο προς το ΠΑΣΟΚ. «Κανείς να μην κατέβει υποψήφιος με τον Ανδρουλάκη – ελάτε στον ΣΥΡΙΖΑ, που είναι το πιο διαφανές κόμμα με τον «εντιμότερο αρχηγό». Άλλος με τη βάρκα μου, που θα έλεγε και η Βουγιουκλάκη στη «Μανταλένα».

Όταν από το ΠΑΣΟΚ του απάντησαν «Εμείς χρωστάμε στις τράπεζες, αλλά εσύ πού βρίσκεις τα χρήματα και στήνεις κόμμα;», ο Τσίπρας δεν επικαλέστηκε καν το ανύπαρκτο crowdfunding του Χατζηγιαννάκη, παρακάμπτοντας την ερώτηση.

Σήκωσε λευκή σημαία στην κατηγορία ότι συκοφαντεί το ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να κρύψει τις δικές του «πομπές» με τη διαπλοκή: «Εγώ είμαι τέτοιος άνθρωπος; Μόνοι τους τσακώνονται, μου το λένε όσοι θέλουν να κυβερνήσουν με τον Μητσοτάκη». Όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ, η αλήθεια είναι ότι δεν έχει κάτι άδικο στην κριτική του: το δελτίο καυγάδων Ανδρουλάκη-Διαμαντόπουλου εμπλουτίζεται συνεχώς. Η υπεύθυνη Πολιτικού Σχεδιασμού – της οποίας η θέση είναι μάλλον ανύπαρκτη – υπαινίχθηκε σε άρθρο της στα Νέα ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ μοιάζει με τον Σάντσεθ. Οι μυημένοι κατάλαβαν: ως ευρωβουλευτής, ο Ανδρουλάκης ήταν σε αντιπαράθεση με τον Ισπανό πρωθυπουργό, επειδή του έλεγε να μην πουλάει όπλα στον Ερντογάν. Αν αυτό είναι αντιπολίτευση, τότε το «Τσίρκο Medrano» είναι θεατρική παράσταση υψηλού επιπέδου και τέχνη με μεγάλα νοήματα.

Γι’ αυτό, ας αφήσουμε τις επιθεωρήσεις και ας μιλήσουμε σοβαρά για την εικόνα που παρουσιάζει το τρίγωνο Μητσοτάκης-Τσίπρας-Ανδρουλάκης. Οι δύο πολιτικοί αρχηγοί που ισχυρίζονται ότι θα γίνουν «Χαλίφηδες στη θέση του Χαλίφη», αντί να διαμορφώνουν πολιτικές προτάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κοινό μέτωπο και να φέρουν τον Μητσοτάκη σε δύσκολη θέση, έχουν ανοίξει μέτωπο μεταξύ τους.

Ο τρόπος και η ρητορική τους αποκαλύπτουν αυτό που όλοι γνωρίζουν, αλλά αυτοί κρύβουν με καμάρι: δεν επιδιώκουν να πάρουν τη θέση του Μητσοτάκη, αλλά ο ένας τη θέση του άλλου, στον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τα υπόλοιπα είναι για τους καφέδες.

Ο Αλέξης Τσίπρας, δίνοντας συνέντευξη στο in.gr (του οποίου ο ιδιοκτήτης δημόσια ασκεί κριτική στον Μητσοτάκη, ενώ τα έντυπά του και οι αρθρογράφοι του τάσσονται υπέρ του Πρωθυπουργού και κατά των αντιπάλων του), συνδύασε δύο στόχους: Συνεχίζει να παίζει με τα νεύρα των βουλευτών που αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να δείχνει πρόθεση να τους επαναφέρει. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να αναβιώσει το 2015, παρασύροντας στην κάλπη του τους κεντροαριστερούς ψηφοφόρους που από το 1977 ψηφίζουν ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή, αυτούς που το 2015 ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ και ακόμα το μετανιώνουν, εμφανιζόμενος και ο ίδιος ως κεντροαριστερός. Από την «πρώτη φορά Αριστερά» στη «δεύτερη φορά Κεντροαριστερά». Την τρίτη, θα δούμε.

Οι παρατηρητές σχολιάζουν ότι αυτό που ωθεί τον πρώην Πρωθυπουργό κατά του ΠΑΣΟΚ είναι η αδυναμία των συγκεντρώσεων του κόμματός του, η οποία δεν αντισταθμίζεται από τον ισχυρισμό ότι «γράφει συνεχώς νέα μέλη». Η σκληρή ρητορική του για τον δανεισμό που βαραίνει τόσο τη Χαριλάου Τρικούπη όσο και τη Νέα Δημοκρατία, λειτουργεί ως αντιπερισπασμός στις υπόνοιες για τη χρηματοδότηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ίδιος απορρίπτει αυτές τις κατηγορίες, αλλά «χωριό που φαίνεται…». Και, μεταξύ μας, αν γίνουν πιστευτές, αυτοαναιρείται. Στον πραγματικό κόσμο της πολιτικής εξουσίας, χωρίς χρηματοδότηση, κανείς δεν έχει μεγάλη δυναμική.

Αντιστοίχως, ο Νίκος Ανδρουλάκης, συγκρουόμενος με τον Αλέξη Τσίπρα (τον οποίο απέρριψε απερίσκεπτα ως κυβερνητικό εταίρο το 2023), αμύνεται στις εσωτερικές επικρίσεις για την ανέφικτη επιδίωξη να κερδίσει τις εκλογές «έστω και με μία ψήφο». Πλέον, αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο ως αστείο, ενώ ο δημοσκοπικός αέρας για τη «δεύτερη θέση» φυσάει προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Σε αυτό το σκηνικό οπορτουνιστικών συγκρούσεων των δύο πιο σημαντικών παραγόντων της αντιπολίτευσης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αισθάνεται καμία αντιπολιτευτική πίεση και μπορεί από τώρα να ανοίγει σαμπάνιες ψιθυρίζοντας: «Ο Θεός μου τους έστειλε».

Οι συμπεριφορές των δύο πολιτικών αρχηγών στον δημόσιο χώρο και μεταξύ τους, απλώς τους αποδυναμώνουν αμοιβαία. Τα «προγράμματα» των δύο κομμάτων τους μοιάζουν με ασκήσεις επί χάρτου και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως εναλλακτικές λύσεις από την κοινωνία, όσο η διάσπαση των δυνάμεών της τους αποδυναμώνει. Ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι στις «σκιώδεις κυβερνήσεις» τους βρίσκονται πρόσωπα χωρίς ικανότητες πολιτικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση, και απλώς επιδίδονται σε μεταξύ τους αντιδικίες, που διευρύνουν τις αποστάσεις τους, προσπαθώντας ο ένας να προσελκύσει ψηφοφόρους που δεν έχει ο άλλος. Και οι δύο αρχηγοί βρίσκονται κάτω από τις τελευταίες εκλογικές τους επιδόσεις.

Με την «επιστροφή» του, ο Τσίπρας δεν έχει αναφέρει ούτε λέξη για «δημοκρατική συνεργασία», εμφανιζόμενος ικανός να επικρατήσει μόνος του και με τους δικούς του όρους. Από την πλευρά του, ο Ανδρουλάκης – παρότι το ΠΑΣΟΚ διαθέτει επαρκή πολιτικά στελέχη – αγνοεί τις γειτονικές δυνάμεις και εξακολουθεί να ταυτίζει την «όλη Δημοκρατική παράταξη» με τα όρια του κόμματός του.

Είναι προφανές ότι τα δύο κόμματα δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά με την υπεροπλία του Μητσοτάκη: διαθέτει οικονομικούς πόρους, μιντιακά εργαλεία, το κράτος, την ευχέρεια να αξιοποιήσει τα social media και την Τεχνητή Νοημοσύνη, ισχυρές διασυνδέσεις και ένα υπαρκτό κόμμα. Για όσους δεν κρύβονται πίσω από το δάκτυλό τους – με το οποίο δείχνουν τα πολλά και υπαρκτά σκάνδαλά του – διαθέτει και ευρύτερη πολιτική επάρκεια σε τομείς, όπως είναι ο διεθνής χώρος, όπου οι αντίπαλοί του δεν μπορούν καν να πλησιάσουν.

Απέναντι σε αυτό το «ιμπέριουμ» μέσων, το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να αντιτάξουν μόνο τον συνδυαστικό πολιτικό λόγο των αρχηγών τους, την αλληλοσυμπλήρωση προγραμμάτων και κυβερνητικών ομάδων. Χωρίς αυτά, δεν υπάρχουν ως εναλλακτική λύση.

Οι μικρονοϊκές έριδες προκαλούν οργή – ή αδιαφορία – στην προοδευτική κοινή γνώμη. Τόσο ο Τσίπρας όσο και ο Ανδρουλάκης δεν είναι αντίπαλοι του Μητσοτάκη, αλλά οι καλύτεροι φίλοι του – ειδικά ο πρώτος, που του χάρισε μια τετραετία «αφλογιστίας» από την πλευρά του.

Αμφότεροι δεν φαίνεται να συνειδητοποιούν ότι με την παροχολογία, τη μονομέρεια στους αντιπολιτευτικούς στόχους και την τυφλή αναμέτρηση μεταξύ τους, θα καταδικάσουν τα κόμματά τους σε συρρίκνωση. Και τη «δεύτερη θέση» σε χαμηλό ποσοστό – όποιος και αν την πάρει.

Αν συνεχίσουν έτσι, το μόνο που μπορούν να περιμένουν είναι το σαρδόνιο χαμόγελο του Μητσοτάκη, όταν θα δίνει την παραγγελία: «Τα λουλούδια στους κυρίους, από μένα…»