Η Συναρπαστική Ιστορία του Βαγγέλη Σταρίδα
Ο Βαγγέλης Σταρίδας είναι ο άνθρωπος που μπορεί να ισχυριστεί ότι βίωσε την απόλυτη αγωνία και κατάφερε να επιστρέψει. Ως ένοπλος φρουρός στο ελληνικό πλοίο Eternity C, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια επίθεση από τους Χούθι. Σε μια συγκλονιστική συνέντευξη στον Alpha και στην εκπομπή «Αυτοψία», μοιράστηκε τις λεπτομέρειες της επιβίωσής του στη θάλασσα για 48 ώρες μετά την επίθεση.
«Είχα υποσχεθεί στην κόρη μου ότι θα επιστρέψω», δήλωσε χαρακτηριστικά κατά τη διάρκεια της χθεσινής (23.10.2025) συνέντευξής του. «Ετοιμαζόμουν να αναλάβω τη βάρδια μου στις 8 το πρωί όταν ξαφνικά δέχτηκα ειδοποίηση να ανέβω στη γέφυρα λόγω κάποιων ανησυχητικών ενδείξεων στο ραντάρ». Περιγράφοντας τον εφιάλτη που έζησε, είπε: «Ήταν γύρω στις 7:00 και πριν προλάβω να φύγω από την καμπίνα μας, χτύπησε το πρώτο πλήγμα, ένα δυνατό κρότο που ταρακούνησε τα πάντα γύρω μου.»
«Σκέφτηκα αμέσως ότι δεχόμαστε επίθεση και έπρεπε να ανέβω στη γέφυρα», συνέχισε. «Το πλοίο είχε χτυπηθεί στην πίσω δεξιά πλευρά κοντά στο μηχανοστάσιο με σκοπό την ακινητοποίησή μας.» Κατεβαίνοντας στο μηχανοστάσιο, αντίκρυσε σκηνές καταστροφής: «Ψάχναμε με φακούς και είδα έναν συνάδελφο σε κατάσταση σοκ· θυμάμαι ακόμα το βλέμμα του, ήταν σαν να μην μπορούσε να δει τίποτα γύρω του.» Δυστυχώς, τρεις άνδρες είχαν χάσει τη ζωή τους εκεί.
«Μας βομβάρδιζαν όλη τη νύχτα μέχρι τις 10 το πρωί όταν αποφασίσαμε τελικά να πηδήσουμε στη θάλασσα», περιγράφει ο ίδιος. Το επόμενο πλήγμα ήρθε μόλις ένα λεπτό αργότερα στην ίδια περιοχή ενώ οι υπόλοιποι πυροβολισμοί συνεχίζονταν σε όλο το πλοίο.
«Προσπαθούσα αρχικά να κρατήσω ήρεμο τον καπετάνιο και το πλήρωμα ώστε κανείς να μην πανικοβληθεί», είπε ο Βαγγέλης. «Οι άνθρωποι έκλαιγαν ενώ η γέφυρα κατέρρευε γύρω μας· υπήρχε συνεχώς ο φόβος για νέα χτυπήματα χωρίς προειδοποίηση.» Αφού διαπίστωσαν πως η κατάσταση ήταν κρίσιμη, ζήτησαν από τον καπετάνιο ν’ ανοίξει όλα τα επικοινωνιακά συστήματα για βοήθεια.
“Αν μπαίνουμε στις σωσίβιες λέμβους θα γινόμασταν στόχος”, εξηγεί σχετικά με τις αποφάσεις που πήραν εκείνες τις στιγμές πανικού.
“Ένα πολύ ισχυρό χτύπημα με πέταξε αρκετά μέτρα μακριά”, θυμάται αναφερόμενος στον τραυματισμό του ποδιού του κατά τη διάρκεια των επιθέσεων.
“Δεν υπήρχε άλλη επιλογή; Αν παραμέναμε στο πλοίο σίγουρα θα πεθαίναμε”. Με αυτή την πεποίθηση οι άνδρες φορούσαν σωσίβια κι έπεσαν στη θάλασσα καθώς ήταν πλέον θέμα ζωής ή θανάτου.
“Κολυμπώντας μακριά από το καράβι προσπαθήσαμε ν’ απομακρυνθούμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε”, πρόσθεσε αναφερόμενος στα δύο δύσκολα εικοσιτετράωρα που πέρασαν κολυμπώντας μέσα σε θερμό νερό κατά τη διάρκεια της ημέρας αλλά παγωμένο τη νύχτα.
“Δυστυχώς κάποιοι δεν κράτησαν ευθεία γραμμή κι έτσι τους εντόπισαν οι Χούθι.”
“Παράλληλα όμως δεν έχασα ποτέ την πίστη μου πως θα επιζήσω”, δήλωσε χαρακτηριστικά.
“Στην τρίτη ημέρα κοντά στο ξημέρωμα είδαμε ένα μεγάλο ψαροκάικο αλλά οι ψαράδες δεν ανταποκρίθηκαν στα σινιάλα μας”. Τελικά ύστερα από πολλές αγωνιώδεις στιγμές ήρθαν διασώστες ώστε όλοι μαζί πλέον αισθανόντουσαν ασφαλείς.
“Η επιστροφή στην Ελλάδα έγινε μετά από λίγες ημέρες όπου ένιωσα πραγματικά ασφαλής για πρώτη φορά,” καταλήγει λέγοντας πως η επανασύνδεσή του με την κόρη του ήταν μια μοναδική στιγμή γεμάτη συγκίνηση όπως κάθε νέο ξεκίνημα στη ζωή ενός ανθρώπου.”
