Η επενδυτική συνεργασία της Αθηνάς Ωνάση με τον Ολλανδό Ολυμπιονίκη και επιχειρηματία της διεθνούς ιππασίας Γιαν Τοπς έχει εξελιχθεί σε ανοιχτή δικαστική σύγκρουση. Στο επίκεντρο βρίσκεται η συμμετοχή ύψους 63 εκατ. ευρώ που απέκτησε η εταιρεία της Ωνάση στον όμιλο πίσω από το Global Champions Tour και το Global Champions League. Η πλευρά της ζητά μεγαλύτερη διαφάνεια και αμφισβητεί συγκεκριμένες δαπάνες, ενώ η εταιρεία του Τοπς απορρίπτει τις αιτιάσεις.
Διαβάστε: Αθηνά Ωνάση: Σε άγρια δικαστική διαμάχη με τον “βασιλιά της ιππασίας” Γιαν Τοπς – Προδόθηκε από τον πιο στενό συνεργάτη της
Η επένδυση των 63 εκατ. ευρώ
Το 2022, η εταιρεία συμμετοχών Corvallis, μέσω της οποίας δραστηριοποιείται επενδυτικά η Αθηνά Ωνάσης, κατέβαλε περίπου 63 εκατ. ευρώ για να αποκτήσει ποσοστό 25% στην JT Sports. Το εταιρικό σχήμα συνδέεται με το Longines Global Champions Tour και το Global Champions League, δύο από τις σημαντικότερες διεθνείς διοργανώσεις υπερπήδησης εμποδίων, με αγώνες σε μεγάλες πόλεις και προορισμούς σε διαφορετικές ηπείρους. Ο Γιαν Τοπς, χρυσός Ολυμπιονίκης με την εθνική ομάδα της Ολλανδίας στη Βαρκελώνη το 1992, παρουσιάζεται επισήμως ως ιδρυτής και πρόεδρος του Global Champions.
Τι υποστηρίζει η πλευρά της Αθηνάς Ωνάση
Η Corvallis καταγγέλλει ότι δεν λαμβάνει επαρκείς και έγκαιρες πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση, τη λειτουργία και τις αποφάσεις της εταιρείας. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της, η έλλειψη ολοκληρωμένης εικόνας δεν επιτρέπει να αξιολογηθεί με ακρίβεια η πραγματική αξία της επένδυσης και δυσχεραίνει την αναζήτηση αγοραστή για το ποσοστό της. Κατά τη δικαστική διαδικασία αναφέρθηκε ότι υποψήφιος επενδυτής, ο οποίος εξέτασε το ενδεχόμενο αγοράς της συμμετοχής, αποσύρθηκε επειδή δεν μπόρεσε να αποκτήσει τις πληροφορίες που θεωρούσε αναγκαίες για τα οικονομικά και τις επιδόσεις της εταιρείας. Η πλευρά της Ωνάση φέρεται επίσης να υποστηρίζει ότι, όταν πραγματοποιήθηκε η επένδυση, υπήρχε προσδοκία κερδοφορίας από το 2023. Αντί γι’ αυτό, ακολούθησαν ζημιογόνες χρήσεις και επαναλαμβανόμενες ανάγκες ρευστότητας. Οι δύο πλευρές φαίνεται να συμφωνούν τουλάχιστον σε ένα σημείο: ότι το ποσοστό που αγοράστηκε έναντι 63 εκατ. ευρώ αποτιμάται σήμερα χαμηλότερα.

