Πάνω από 2 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των τραπεζών, είναι τα ποσά από φθηνά δάνεια για στέγαση και επιχειρήσεις που κινδυνεύουν να χαθούν έως το τέλος του μήνα. Ωστόσο, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σε συνεργασία με την Αναπτυξιακή Τράπεζα, δημιουργεί έναν νέο μηχανισμό για τη διάσωση αυτών των κονδυλίων, ώστε να αξιοποιηθούν έως το 2029.
Το υπουργείο προχώρησε σε νέα παρέμβαση, προκαλώντας ανησυχία στις τράπεζες, μετά την αιφνίδια διακοπή των διαδικασιών για το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ». Ζήτησε από τις τράπεζες να ολοκληρώσουν άμεσα τις συμβάσεις για τα εναπομείναντα φθηνά δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης που προορίζονται για επιχειρήσεις.
Ο νέος, αυστηρός χρονικός περιορισμός, ο οποίος τέθηκε μετά από συνεννόηση με τις Βρυξέλλες, αναμένεται να δυσκολέψει τις τράπεζες, καθώς, σύμφωνα με στελέχη τους, πολλές δανειακές συμβάσεις που βρίσκονταν πολύ κοντά στην υπογραφή, δεν θα προλάβουν να ολοκληρωθούν.
Από την πλευρά τους, οι τράπεζες κατηγορούνται από το υπουργείο για καθυστερήσεις τόσο στα επιχειρηματικά δάνεια όσο και στο πρόγραμμα «Σπίτι μου 2». Όπως δήλωσε ο αναπληρωτής υπουργός, Νίκος Παπαθανάσης, «η αλήθεια είναι ότι οι τράπεζες το β΄ εξάμηνο του 2025 δεν «έτρεξαν» τόσο γρήγορα όσο έπρεπε. Τις καλώ τώρα να «τρέξουν» γρήγορα τις συμβάσεις τόσο για τα δάνεια των επιχειρήσεων όσο και γι’ αυτά τού «Σπίτι μου ΙΙ».
Το «κόλπο» για να μη χαθούν τα δάνεια
Η κυβέρνηση κλείνει τον φάκελο των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης με συνοπτικές διαδικασίες. Έχει εξασφαλιστεί μια φόρμουλα, αποδεκτή από τις Βρυξέλλες, βάσει της οποίας τα κονδύλια που δεν θα αξιοποιηθούν εντός των κανονικών χρονοδιαγραμμάτων του Ταμείου Ανάκαμψης, θα μεταφερθούν στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (ΕΑΤ) και θα διατεθούν έως το 2029.
Εκτιμάται ότι η ΕΑΤ θα διαχειριστεί ένα «πορτοφόλι» άνω των 2 δισ. ευρώ. Το τελικό ποσό θα εξαρτηθεί από το ύψος των κονδυλίων του «Σπίτι μου 2» και των επιχειρηματικών δανείων που δεν θα καταφέρουν να ολοκληρωθούν έως την ασφυκτική προθεσμία της 31ης Μαΐου.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου, για τις δανειακές συμβάσεις του «Σπίτι μου 2» που θα ολοκληρωθούν έως την αρχική προθεσμία των αρχών Αυγούστου 2026, τα ποσά των δανείων θα καλυφθούν από την ΕΑΤ. Ωστόσο, το κύριο πρόγραμμα που θα υλοποιηθεί από την ΕΑΤ μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, με κονδύλια που υπολογίζονται στα 2 δισ., θα αφορά τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες είχαν περιορισμένη συμμετοχή στο πρόγραμμα φθηνών επιχειρηματικών δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Για να καταστεί αυτό εφικτό, η κυβέρνηση εξασφάλισε την κορυφαία αξιολόγηση της ΕΑΤ από την Κομισιόν, στο πλαίσιο του Pillar Assessment. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ΕΑΤ έχει πλέον τη δυνατότητα να διαχειρίζεται αυτόνομα κοινοτικούς πόρους. Έτσι, τα δάνεια που διαφορετικά θα παρέμεναν αναξιοποίητα, θα «παρκάρουν» στην Αναπτυξιακή Τράπεζα για μελλοντική διάθεση.
Αυτή η πιστοποίηση αποτελεί το ύψιστο «διαβατήριο» διαχειριστικής επάρκειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ελέγξει διεξοδικά και έχει εγκρίνει τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου, λογιστικής, εξωτερικού ελέγχου, χορήγησης χρηματοδοτήσεων και διαχείρισης κινδύνου της ΕΑΤ, αναγνωρίζοντάς την ως πλήρως αξιόπιστη σύμφωνα με τα αυστηρότερα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Τι έγινε με τα δάνεια
Σχετικά με τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επισημαίνει ότι η Ελλάδα εφαρμόζει ένα «μοναδικό μοντέλο στην Ευρώπη», διοχετεύοντας τους δανειακούς πόρους αποκλειστικά στην ιδιωτική οικονομία (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) και όχι σε δημόσια έργα.
Στο σκέλος της επιχειρηματικότητας, τα δάνεια έχουν χορηγηθεί για την υποστήριξη ιδιωτικών επενδύσεων. Έχουν ήδη συναφθεί 698 δανειακές συμβάσεις, οι οποίες κινητοποιούν συνολικές επενδύσεις ύψους 23,9 δισ. ευρώ στην πραγματική οικονομία. Το 60% των δανείων (σ.σ.: ως προς τον αριθμό τους) αφορά Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις.
Οι εκταμιεύσεις έχουν φτάσει τα 11,7 δισ. ευρώ. Το υπουργείο διευκρινίζει ότι αυτά τα ποσά δεν δίνονται προκαταβολικά στο σύνολό τους, αλλά εκταμιεύονται σταδιακά, ανάλογα με την πρόοδο και την υλοποίηση της κάθε επένδυσης.
Το δεύτερο σκέλος των δανείων κατευθύνεται στην κοινωνική πολιτική και ειδικότερα στην αντιμετώπιση του στεγαστικού ζητήματος. Έχουν εγκριθεί 13.970 δάνεια, τα οποία προορίζονται αποκλειστικά για πολίτες με χαμηλά εισοδήματα, με σκοπό τη διευκόλυνσή τους στην απόκτηση πρώτης κατοικίας.
Το υπουργείο τονίζει τη σημαντική διαφορά μεταξύ επιχορηγήσεων και δανείων. Ενώ η τελευταία εκταμίευση επιχορηγήσεων από την Ε.Ε. είναι προγραμματισμένη για τον Δεκέμβριο του 2026, οι εκταμιεύσεις των δανείων προς την αγορά θα συνεχιστούν έως το 2029, προσφέροντας μακροπρόθεσμη στήριξη και ρευστότητα στην οικονομική δραστηριότητα.
