«Δοξάστηκε κρυμμένη και γελοιοποιήθηκε φανερή»: Το άδοξο τέλος της πορείας της Μαρίας Καρυστιανού

Η Μαρία Καρυστιανού. Κάποτε ένα σύμβολο, ένα είδωλο. Το αφήγημα πριν από μήνες ήταν σαφές: ίδρυση κόμματος, συμμετοχή στις εκλογές, η αποθέωση από τα πλήθη των διαδηλώσεων για τα Τέμπη, εκλογή ως πρωθυπουργός, τιμωρία των ενόχων, λάμψη της αλήθειας και κατάρρευση του πολιτικού συστήματος. Και μετά, η πραγματικότητα. Η Μαρία Καρυστιανού «ξύπνησε».

Το κόμμα που ανακοίνωσε, στην ουσία, δεν υφίσταται, και η πιθανότητα να κατέβει στις εκλογές είναι αμφίβολη. Όπως είχε επισημανθεί εξ αρχής, υπήρχε ένα ξεκάθαρο πρόβλημα: «Μαρία, άστο, δεν τό ’χεις». Η πρώτη «προσγείωση» για την Καρυστιανού ήρθε όταν οι συγγενείς των θυμάτων την καθαίρεσαν από πρόεδρο του Συλλόγου τους, σε αρχαιρεσίες στις οποίες εκείνη δεν παρέστη καν για να ψηφίσει. Η ιστορία έμοιαζε να επαναλαμβάνεται, θυμίζοντας τον τρόπο που ο Γεώργιος Παπανδρέου παρουσίαζε την αποκαθήλωση του στρατηγού Γρίβα: «Εδοξάσθη κρυπτόμενος και εγελοιοποιήθη εμφανιζόμενος».

Η Καρυστιανού δοξάστηκε ως το πρόσωπο που συμβόλιζε το δράμα της φονικής σύγκρουσης των δύο τρένων, ένα τραγικό συμβάν για το οποίο η κυβέρνηση επέδειξε από την αρχή σπουδή συγκάλυψης. Η κοινωνία, συνδυάζοντας την αντίθεσή της στη γενικότερη κυβερνητική συμπεριφορά με την ανάγκη να σπάσει την ακινησία που επέβαλε η καραντίνα, ξεχύθηκε σε συλλαλητήρια διαμαρτυρίας. Για δύο χρόνια, η φωτογενής εκπρόσωπος των συγγενών βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Ωστόσο, η ανθρώπινη φύση είναι περίπλοκη. Μετατρέποντας τη συμπαράσταση του πλήθους σε προσωπικό προνόμιο, έχασε την αίσθηση του μέτρου και έκανε το άλμα προς την πολιτική. Χωρίς την απαραίτητη συγκρότηση που απαιτεί η παρουσία στον δημόσιο χώρο, εξέπεμπε μόνο πάθος, εικόνα και έναν λόγο που θύμιζε «λούμπεν» στοιχεία. Ως «μάνα της Μάρθης», επισκίασε όσους επίσης έχασαν τα παιδιά τους.

Αυτοβούλως ή επηρεασμένη από «πονηρές» συμβουλές, είδε τον εαυτό της στο βάθρο του σωτήρα του λαού. Αρχισε να διεκδικεί την πολιτική εξουσία, ως μια «καθαρτήρια» επιλογή για τους ψηφοφόρους. Ο μιντιακός «Μινώταυρος», αφού ολοκλήρωσε την κάλυψη του Κασσελάκη, στράφηκε στο «κόμμα Καρυστιανού», ακόμη και πριν εκείνη το ανακοινώσει επίσημα, με φόντο την τραγική απώλεια 57 ανθρώπινων ζωών και την κυβερνητική προσπάθεια συγκάλυψης των πολιτικών ευθυνών. Η βοή του πλήθους έφτανε στην παιδίατρο από τη Θεσσαλονίκη ως προάγγελος μιας επικείμενης νίκης. Απολάμβανε τη δημοσιότητα που της παρείχε η επικαιρότητα, ως δική της κατάκτηση, για λόγους διαφορετικούς από αυτούς που πίστευε.

Στο πλευρό της, ένας κύκλος ακροδεξιών, εθνοκάπηλων και φανατικά θρησκευόμενων διεκδίκησε ρόλο πολιτικής ηγεσίας, απορρίπτοντας όσους θα μπορούσαν να τη μετατρέψουν σε πραγματικό πολιτικό πρόσωπο, από τον Καραχάλιο έως τον Αυγερινό. Ο πρώτος αποχώρησε βιαστικά, όταν η επικοινωνιακή του ικανότητα βρέθηκε αντιμέτωπη με καλόγριες, ξόρκια και κομποσκοίνια, καθώς και με μια αποτυχημένη πολιτεύτρια της «Νίκης», η οποία έπαιζε τον ρόλο του μαριονετίστα της λαοφιλούς Μαρίας.

Ο δεύτερος ανακάλυψε ένα «ιερό» άβατο για τον εαυτό του, και η αποχώρησή του έβαλε τέλος στις φήμες για ανάσταση του «Ρωσικού» κόμματος του Κολοκοτρώνη από τον Πούτιν. Η Καρυστιανού κινείται πλέον ως αρχηγός κόμματος. Ωστόσο, με την κραυγή «Λάρισα ερχόμαστε», αφήνει πίσω της τη «χαροκαμένη μάνα» και το πλαίσιο του πένθους, όπως οργισμένα την είχε αποδοκιμάσει ο Νίκος Πλακιάς.

Ο Δον Κιχώτης, όπως τον παρουσίασε ο Θερβάντες, έμεινε στην αιωνιότητα για το κυνήγι των ανεμόμυλων, καθοδηγούμενος από την ιπποσύνη και έχοντας δίπλα του τον άδολο Σάντσο Πάντσα. Εάν η «πολιτική» μεταμόρφωση της Μαρίας Καρυστιανού, με την καθοδήγηση μιας δικηγόρου εκκλησιαστικών κύκλων, της εξασφαλίσει αθανασία, αυτή θα είναι παρόμοια με αυτή του Καματερού και του Δελαπατρίδη. Ο μύθος ακυρώνεται από τη δημιουργό του. Η «μάνα των Τεμπών» έχασε ήδη τη μάχη με τους δικούς της ανεμόμυλους και υπάρχει πλέον ως ένα πεσμένο είδωλο.