Εφημερίδα «Εστία»: Όταν η δημοσιογραφία βάζει τα χέρια της και βγάζει τα μάτια της

Ένα δημοσιογραφικό κείμενο περιέχει δύο στοιχεία: πληροφορίες και αναφορές σε πραγματικά γεγονότα –κοινής ή αποκλειστικής γνώσης– ή τη γνώμη του δημοσιογράφου, ή και τα δύο μαζί. Για το πρώτο, ο δημοσιογράφος είναι υποχρεωμένος να υπερασπιστεί την εγκυρότητα όσων παραθέτει, καθώς απολογείται σε εμπλεκομένους, στη Δικαιοσύνη αν χρειαστεί, και στο επαγγελματικό σωματείο του, αν παραβιάζονται οι κανόνες που του θέτει κατά την εγγραφή του. Το newsletter του webreporter καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Το δεύτερο –ακόμη και αν πρόκειται για σκληρή κριτική και άδικη αξιολόγηση προσώπων και πράξεων– αποτελεί δικαίωμά του. Απολογείται μόνο στη συνείδησή του και στον διευθυντή του –κατά το μέρος που αφορά το μέσο ενημέρωσης στο οποίο εργάζεται– και κρίνεται μόνο από τους αναγνώστες του. Και στις δύο περιπτώσεις, υπόκειται στην υποχρέωση της φιλοξενίας των αντιδράσεων όσων εμπλέκονται στο δημοσίευμα, με ή χωρίς την απάντησή του. Η πρακτική των εξώδικων που ακολουθούν ορισμένοι, αλλά και η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στα δικαστήρια –με πραγματική επιδίωξη τον εκφοβισμό ή την οικονομική εξόντωση του δημοσιογράφου– απορρίπτεται από τα αρμόδια όργανα του κλάδου του, την ευρωπαϊκή νομοθεσία και, πλέον, και την ελληνική. Κατ’ εφαρμογή τους, υπάρχουν συναφείς αποφάσεις Δικαστηρίων υπέρ των δημοσιογράφων. Έτσι αποκτά επιπλέον νομιμοποίηση ο πυρήνας της ερευνητικής και μαχόμενης δημοσιογραφίας, που ασκείται χάριν της ενημέρωσης και της αλήθειας. Αυτή η δημοσιογραφία δεν μπορεί να περιμένει τελεσίδικες κρίσεις οργάνων της Πολιτείας. Βασίζεται σε πληροφορίες, όπως προκύπτουν από ντοκουμέντα, επώνυμες δηλώσεις και από πηγές, ευλόγως, προστατευόμενες από τον δημοσιογράφο – που έτσι αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την ευθύνη για την κοινοποίησή τους. Ωστόσο, ενίοτε οι πηγές αποδεικνύονται αναξιόπιστες ή κακώς πληροφορημένες. Εξ ου και η δημοσιογραφική «αρχή» της διπλής, τουλάχιστον, διασταύρωσης – συμπεριλαμβανομένης και της προκαταβολικής ενημέρωσης θιγομένων από την πληροφορία, για ενδεχόμενη αντίδρασή τους. Σε κάποιες περιπτώσεις δεν μπορεί να αποκλειστεί ο δόλος και η σκοπιμότητα της πηγής – οπότε ο δημοσιογράφος απλώς πιάστηκε κορόιδο. Τότε όμως, οφείλει να αναγνωρίσει το λάθος του και να ζητήσει συγγνώμη από πρόσωπα των οποίων την τιμή και την υπόληψη έθιξε η δημοσίευση. Και τα σκυλιά δεμένα. Συμβαίνει σε όλους και δεν αναιρεί την αξία της δημοσιογραφικής εργασίας. Το αντίθετο… Δεν είναι δουλειά των δημοσιογράφων να σχολιάζουν ο ένας τη δουλειά του άλλου. Αλλά οφείλουν να το κάνουν αν πρόκειται να προστατεύσουν ό,τι έχει απομείνει από το κύρος του επαγγέλματός τους. Ήδη θεωρείται κακόφημο από μεγάλη μερίδα πολιτών, που δηλώνουν ότι δεν εμπιστεύονται τα μέσα ενημέρωσης, όσο και τους πολιτικούς. Την περασμένη Κυριακή στην εφημερίδα «Εστία» δημοσιεύθηκε –με την υπογραφή του προβεβλημένου δημοσιογράφου που τη διευθύνει– πληροφορία για μια αξιοπρόσεκτη πολιτική συναναστροφή. Ένας υπουργός και δύο κεντρικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ, εκ των οποίων ο ένας είναι και βουλευτής, συνυπήρξαν σε δείπνο στην οικία περιγραφόμενου ως φιλοκυβερνητικού επιχειρηματία. Το σκανδαλώδες της υπόθεσης δεν είναι η κοινή φιλοξενία που θα μπορούσαν να απολαύσουν ως κοινωνική συναναστροφή. Αλλά ότι, κατά τα προβαλλόμενα ως ρεπορτάζ της εφημερίδας, είχαν «ανάρμοστη» πολιτική συζήτηση σε βάθος. Έφτανε έως τη μετεκλογική συνεργασία των κομμάτων τους για απαλλαγή μελών της σημερινής κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού από ποινικές ευθύνες. Η βεβαιότητα της εφημερίδας γι’ αυτό το σημαντικό πολιτικό γεγονός του παρασκηνίου, επεκτάθηκε και στην περιγραφή υποδοχής της πληροφορίας από τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Δεδομένου ότι ούτε ο Γεραπετρίτης από την πλευρά της ΝΔ, ούτε η Διαμαντοπούλου και ο Χριστοδουλάκης από τη πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχουν καμία αρμοδιότητα για αποφάσεις και επιλογές αυτής της μορφής, συνεπάγεται ότι εκτελούσαν κομματική αποστολή – και συνεπώς μετέφεραν τη συζήτηση στους επικεφαλής των κομμάτων τους. Αλλιώς, δύο στελέχη του ΠΑΣΟΚ, παρότι τονίζονται οι… διαφορετικές αναφορές τους, συνωμοτούσαν σε βάρος του Ανδρουλάκη και υπέρ του Μητσοτάκη. Συγκλονιστικό… Ωστόσο, αμέσως μετά την κυκλοφορία της εφημερίδας, και οι τρεις φερόμενοι ως συνδαιτυμόνες διέψευδαν κατηγορηματικά ότι μετείχαν στο συγκεκριμένο δείπνο και φυσικά ότι συζήτησαν μεταξύ τους όσα τους αποδόθηκαν. Οι διαψεύσεις στην πολιτική δεν έχουν εξ ορισμού βάση αληθείας – μπορεί να είναι παραπειστικές. Αλλά αυτό κρίνεται από την απάντηση του δημοσιογράφου ή του μέσου ενημέρωσης στο οποίο απευθύνονται. Εν προκειμένω, παραδόξως, δεν υπήρξε αυθημερόν αντίδραση, οπότε το ενδιαφέρον μεταφέρθηκε στην έκδοση της επόμενης μέρας. Αλλά αυτή η «αντίδραση», ας μην κρυβόμαστε, επέφερε ένα ακόμη ισχυρό πλήγμα όχι μόνο στη δημοσιογραφία, αλλά και στην κοινή λογική. Η «Εστία» ούτε υπερασπίζεται τις πληροφορίες της, ούτε επικαλείται κακή ενημέρωση για να ζητήσει συγγνώμη από το κοινό της και τους εμπλεκομένους για την παραπλάνησή της από τις πηγές της. Με μονόστηλο της πρώτης σελίδας αναφέρεται στο «εθνικό πένθος για την απώλεια των δυο πιλοτών» των συγκρουσθέντων ελικοπτέρων, ως λόγο να μην απαντήσει στις αντιδράσεις Γεραπετρίτη, Διαμαντοπούλου, Χριστοδουλάκη, και στο «παραλήρημα του κυβερνητικού εκπροσώπου». Επί του θέματος το οποίο η ίδια δημιούργησε. Ήτοι, οι διαψεύσεις στρέφονται εναντίον όσων τις έκαναν και όχι στην αιτία που τις προκάλεσε. Ανωνύμως η εφημερίδα πιστώνει τον εαυτό της με «σοβαρότητα, νηφαλιότητα και τεκμηρίωση» και επιφυλάσσεται να απαντήσει… «στην έκδοση της προσεχούς Κυριακής», με «γραπτά στοιχεία» και «συγκεκριμένα». Ούτε καν δύο μέρες μετά το «πένθος». Έλεος! Γιατί σε μια εβδομάδα; Όσα παρουσίασε ήταν συγκεκριμένα, αφορούσαν την προηγούμενη μέρα, δεν είναι υπό εξέλιξη ώστε να περιμένει κάτι και η πληροφορία είχε την υπογραφή του διευθυντή της. Αν συνέβησαν και διαθέτει αποδείξεις –επικαλούμενη έστω πηγές που προστατεύει– όφειλε να το δηλώσει αμέσως. Ή αλλιώς, να δεχθεί ότι έπεσε θύμα κακής ενημέρωσης και να ζητήσει συγγνώμη. Με άλλα λόγια: η συνάντηση που αναφέρει –ανεξάρτητα από το περιεχόμενο που της αποδίδει– είτε υπήρξε είτε όχι. Δεν μπορεί να υπήρξε με… προθεσμία μιας εβδομάδας για να τεκμηριωθεί. Ιδίως όταν υπάρχουν κατηγορηματικές διαψεύσεις και επικείμενες δικαστικές ενέργειες εναντίον της. Δεν γνωρίζουμε τι δεν μπορεί να παρουσιάσει σήμερα, αλλά θα μπορεί να παρουσιάσει την επόμενη Κυριακή προς υπεράσπισή της. Νέο ρεπορτάζ επί ανυπάρκτου γεγονότος, κατά τους διαψεύδοντες; Ή μήπως απάντηση του τύπου «ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει»; Αυτό δεν είναι ενημέρωση… Εδώ δεν χωράνε υπεκφυγές. Δεν συζητάμε αν ο Γεραπετρίτης συνομιλεί γενικώς με Πασόκους, ούτε αν η Διαμαντοπούλου θέλει συγκυβέρνηση με τη ΝΔ ή επιβουλεύεται τη θέση του Ανδρουλάκη. Πρόκειται για συγκεκριμένη πληροφορία που αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα. Ή υπήρξε ή δεν υπήρξε η συνάντησή τους. Αν υπήρχε, το περιεχόμενο θα ήταν ενδεχομένως πιθανολογούμενο. Αλλά εν προκειμένω ο καπνός δεν έχει φωτιά. Η επίκλησή της δείχνει κατασκευασμένη – για λόγους που μόνο η εφημερίδα γνωρίζει. Μακάρι να μην είναι έτσι και να θεμελιώσει δημοσιογραφικά, έστω με καθυστέρηση, την «αποκάλυψή της». Χλωμό δείχνει. Προφανώς έχουμε να κάνουμε με μια ακόμη περίπτωση μέσου ενημέρωσης, που ενοχλείται επειδή η αλήθεια του χαλάει μια ωραία ιστορία. Έτσι όμως η επαγγελματική δημοσιογραφία τραυματίζεται με τον χειρότερο τρόπο: δημοσιογράφοι βάζουν τα χέρια τους και βγάζουν τα μάτια τους… Η κρίση αντιπροσώπευσης που μαστίζει την ενημέρωση στην Ελλάδα δεν οφείλεται μόνο στην κυβέρνηση και την εξουσία γενικά. Ευθύνονται και όσοι την ελέγχουν…