Σχεδόν δύο μήνες μετά την ίδρυσή της, η Ελληνική Λύση (ΕΛ.ΑΣ) έχει καταγράψει εντυπωσιακή δημοσκοπική άνοδο, κατακτώντας τη δεύτερη θέση. Ωστόσο, το ερώτημα που πλανάται είναι κατά πόσο αυτή η απήχηση αντικατοπτρίζει την πραγματική δυναμική στην κοινωνία και τι θα συμβεί όταν ολοκληρωθεί ο «μήνας του μέλιτος». Παρότι στο επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα επικρατεί μια συγκρατημένη αισιοδοξία για την πορεία του νέου φορέα, η κοινωνία παραμένει επιφυλακτική απέναντι στο εγχείρημα. Οι ανοιχτές εκδηλώσεις της ΕΛ.ΑΣ δεν θυμίζουν πλέον τις παλαιότερες του ΣΥΡΙΖΑ, γεγονός που αναπόφευκτα οδηγεί σε δεύτερες σκέψεις. Η πολιτικά ευφυής στρατηγική «κανείς δεν αποκλείεται, αλλά και για κανέναν δεν υπάρχουν προκρατημένες θέσεις» αφήνει ανοιχτή την πόρτα σε πρώην συντρόφους, με τον χρόνο και τον τρόπο να καθορίζονται από τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα.
► Ο «κεντρώος» Τσίπρας και η ΕΛ.ΑΣ: Η είσοδος στον χώρο του ΠΑΣΟΚ και ο οριστικός απολογισμός με το παρελθόν.
Η ΕΛ.ΑΣ θα κριθεί από την κοινωνία κατά την παρουσίαση του προγράμματός της στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ), ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, τα στελέχη θα συνεχίζουν ακούραστα τις επαφές με τους πολίτες. Εάν οι δημοσκοπήσεις του φθινοπώρου δεν τοποθετήσουν το κόμμα στο όριο του 20%, δεν αποκλείεται να παρατηρηθεί αυξημένη είσοδος βουλευτών που παραιτήθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ στις τάξεις της ΕΛ.ΑΣ. Πρόκειται για μια κίνηση υψηλού ρίσκου τόσο για τον Αλέξη Τσίπρα όσο και για τους πρώην βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ. Τα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ αποφεύγουν την ονοματολογία, παραπέμποντας στην επιτροπή ψηφοδελτίων, η οποία θα θέσει τις προϋποθέσεις. Όσοι υποψήφιοι τις πληρούν, θα ενταχθούν στον νέο φορέα.
Πού θα δοθεί βαρύτητα
Διαβάζοντας πίσω από τις γραμμές, γίνεται φανερό πως η βαρύτητα θα δοθεί σε πρώην βουλευτές και στελέχη που μπορούν να ενισχύσουν το κόμμα στην περιφέρεια, τομέας όπου η ΕΛ.ΑΣ δεν έχει σημειώσει ακόμη σημαντικές επιδόσεις. Για τον λόγο αυτό, έχει γραφτεί ουκ ολίγες φορές ότι ο Βασίλης Κόκκαλης θεωρείται δεδομένη υποψηφιότητα της ΕΛ.ΑΣ στη Λάρισα, χωρίς να έχει υπάρξει διάψευση. Ένα ακόμη όνομα που ακούγεται ότι βρίσκεται κοντά στον πρώην πρωθυπουργό είναι ο κ. Διονύσης Καλαματιανός, ο οποίος ανεξαρτητοποιήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ ως υποστηρικτής της συμπόρευσης με τον Αλέξη Τσίπρα. Εδώ, παρουσιάζεται ένα ενδιαφέρον στοιχείο: ο κ. Καλαματιανός, κατά την ομιλία του την Παρασκευή στη Βουλή, τάχθηκε κατά των ιδιωτικών πανεπιστημίων, ενώ η ΕΛ.ΑΣ έχει δηλώσει ότι δεν θα τα καταργήσει. Βέβαια, οι πολιτικοί συχνά βρίσκουν τρόπους να προσαρμόζουν τις θέσεις τους, κάτι που θα περιμένουμε να δούμε.
Εάν ο Αλέξης Τσίπρας ανοίξει υπερβολικά την πόρτα του κόμματος και εισέλθουν περισσότερα από πέντε έως επτά πρόσωπα, το πιθανότερο είναι ότι κατά την προεκλογική περίοδο θα κληθεί να απαντά συχνότερα στο «γιατί έφυγε από τον ΣΥΡΙΖΑ» παρά να παρουσιάζει τις θέσεις του νέου του κόμματος. Φυσικά, οι πρώην σύντροφοί του δεν θα αφήσουν μια τέτοια εξέλιξη να πάει χαμένη, και η αντιπαράθεση αναμένεται να διεξαχθεί σε υψηλούς τόνους. Άλλωστε, ο κ. Τσίπρας, σύμφωνα με εκτιμήσεις από πηγές της Κουμουνδούρου, επενδύει σε μια ρητορική που τον αποσυνδέει από το παλιό του κόμμα: «Ο ίδιος έχει επιλέξει να λέει ότι δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ», σημειώνουν στο iEidiseis, εντάσσοντας σε αυτή τη ρητορική και τη θέση της ΕΛ.ΑΣ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, την οποία θεωρούν πιο συντηρητική από τη θέση του ΠΑΣΟΚ.
Το πρόβλημα της κομματικής ειρήνης
Ένα επιπλέον ζήτημα για τον κ. Τσίπρα θα είναι η διασφάλιση της κομματικής ειρήνης μεταξύ των βουλευτών που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ και των νέων στελεχών. Η προηγούμενη εμπειρία του έχει δείξει ότι η ύπαρξη πολλαπλών και διαφορετικών φωνών, καθώς και η δημιουργία «μειοψηφιών», εμποδίζουν τη λειτουργία ενός κόμματος. Για παράδειγμα, πώς θα διαχειριστούν τις υποψηφιότητες οι τομεάρχες και οι πρώην βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ; Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας για να κατανοήσουμε τις δυσκολίες και τις ισορροπίες: πώς θα λειτουργούσαν οι υποψηφιότητες της τομεάρχου Παιδείας Ιωάννας Λαλιώτου και της Όλγας Γεροβασίλη στην Άρτα; Πρόκειται για μια δύσκολη εξίσωση, ακόμη και για τον Αλέξη Τσίπρα.
Όλα θα απαντηθούν τελικά στην κάλπη. Ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό, η πορεία προς τις εκλογές θα καθοριστεί από τις δημοσκοπήσεις, μέσω των οποίων θα αξιολογηθούν τόσο τα προγράμματα όσο και τα πρόσωπα.
