Εβδομάδα Μητρικού Θηλασμού: Οι τύψεις των Ελληνίδων μητέρων και η έλλειψη στήριξης – Μόνο το 0,8% θηλάζει αποκλειστικά στον 6ο μήνα

Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού σχετικά με την επιβάρυνση που βιώνουν οι μητέρες όσον αφορά τον θηλασμό. Παρόλο που το 94% των γυναικών στην Ελλάδα ξεκινούν να θηλάζουν τα νεογνά τους αμέσως μετά τη γέννηση, στο τέλος του έκτου μήνα ζωής του βρέφους, το ποσοστό του αποκλειστικού θηλασμού πέφτει δραματικά στο 0,8%.

Πίσω από αυτούς τους απογοητευτικούς αριθμούς δεν κρύβεται η απροθυμία των νέων μητέρων, αλλά ο στιγματισμός, οι ενοχές που νιώθουν επειδή «δεν τα κατάφεραν» και ένα σύστημα που τις αφήνει ουσιαστικά απροστάτευτες.

Με αφορμή την Παγκόσμια Εβδομάδα Μητρικού Θηλασμού (1–7 Αυγούστου), η Ένωση Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων Αττικής κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Οι πολυετείς μελέτες είναι σαφείς: ο θηλασμός θεωρείται «δώρο» και η πιο σημαντική «ασπίδα προστασίας» που προσφέρει η φύση στο νεογέννητο, συμβάλλοντας καθοριστικά στη σωματική και ψυχική του υγεία.

Δεν είναι τυχαίο που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) αναδεικνύει τον θηλασμό όχι μόνο ως διατροφική επιλογή, αλλά ως μια από τις πλέον σημαντικές και αποδοτικές «επενδύσεις» στη δημόσια υγεία.

Πόσο θηλάζουν οι γυναίκες στις μέρες μας;

Παγκοσμίως, παρατηρείται μια δειλή, σταδιακή άνοδος στα ποσοστά των βρεφών που τρέφονται αποκλειστικά από τον μαστό, ωστόσο, απέχουμε ακόμη σημαντικά από τους επιθυμητούς στόχους.

Ειδικότερα, οι νεότερες αναφορές του ΠΟΥ και της UNICEF αποκαλύπτουν:

  • Σήμερα, λιγότερα από τα μισά βρέφη διεθνώς (το 47%) σιτίζονται αποκλειστικά με μητρικό γάλα κατά το πρώτο εξάμηνο της ζωής τους.
  • Ο πήχης για το 2030 έχει τεθεί υψηλότερα, με τις διεθνείς αρχές να στοχεύουν στην υπέρβαση του 60%.
  • Εάν οι κατευθυντήριες οδηγίες εφαρμόζονταν καθολικά, εκτιμάται πως θα σώζονταν ετησίως οι ζωές πάνω από 400.000 παιδιών κάτω των πέντε ετών, ενώ ταυτόχρονα θα θωρακιζόταν αποφασιστικά η υγεία των ίδιων των γυναικών.

Παρ’ όλα τα αδιαμφισβήτητα οφέλη, εκατομμύρια νέες μητέρες σε όλο τον κόσμο παλεύουν μόνες τους, στερούμενες τη σωστή καθοδήγηση, την έμπρακτη συμπαράσταση και το κατάλληλο περιβάλλον για να συνεχίσουν τον θηλασμό για όσο διάστημα επιθυμούν.

Τα απογοητευτικά ελληνικά στατιστικά

Στη χώρα μας, η εικόνα είναι ιδιαίτερα μη ικανοποιητική. Σύμφωνα με την πιο εκτεταμένη επιδημιολογική καταγραφή του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, η προσπάθεια ξεκινά μαζικά, αλλά εγκαταλείπεται γρήγορα:

  • Το συντριπτικό 94% των νέων μητέρων κάνουν την αρχή και δοκιμάζουν να θηλάσουν.
  • Μόλις ολοκληρωθεί ο πρώτος μήνας, οι γυναίκες που συνεχίζουν τον αποκλειστικό θηλασμό μειώνονται δραστικά στο 40%.
  • Στο τετράμηνο, η αποκλειστική χορήγηση μητρικού γάλακτος περιορίζεται μόλις στο ένα τέταρτο των βρεφών (25%).
  • Όταν τα βρέφη φτάνουν στον έκτο μήνα –το χρονικό όριο που συστήνει ρητά ο ΠΟΥ– ο αποκλειστικός θηλασμός στη χώρα μας αγγίζει το ναδίρ, φτάνοντας στο 0,8%.

Γιατί, όμως, οι Ελληνίδες αναγκάζονται να διακόψουν την προσπάθεια;

«Οι λόγοι πίσω από την «αποτυχία» του θηλασμού δεν αφορούν τις ίδιες τις γυναίκες, αλλά το πλαίσιο στο οποίο ζουν και εργάζονται»

Η παιδίατρος και αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων Αττικής, κα Άννα Παρδάλη, εξηγεί τις δυσκολίες, μετατοπίζοντας την ευθύνη από τις γυναίκες στο εχθρικό εργασιακό περιβάλλον και στην απουσία ουσιαστικού υποστηρικτικού δικτύου στο σπίτι.

«Το γεγονός ότι η Ελληνίδα εγκαταλείπει τον αποκλειστικό θηλασμό οφείλεται καθαρά στην καθημερινότητα και στη ρουτίνα της, καθώς πιέζεται να επιστρέψει στη δουλειά πολύ σύντομα μετά τον τοκετό», εξηγεί η κα Παρδάλη και συμπληρώνει: «Το εργασιακό περιβάλλον στην Ελλάδα δεν είναι φιλικό στον θηλασμό. Δεν υπάρχουν κατάλληλοι χώροι για την άντληση και φύλαξη γάλακτος. Η πίεση στα ωράρια είναι μεγάλη και οι εργοδότες δεν είναι δεκτικοί στο να φιλοξενήσουν ούτε χώρους, ούτε καν την ιδέα του θηλασμού».

Η ψυχολογική πίεση, ο μύθος της «κακής μητέρας» και η απουσία της μαίας

Η συζήτηση γύρω από τον θηλασμό τα τελευταία χρόνια έλαβε συχνά τη μορφή δόγματος, οδηγώντας πολλές γυναίκες σε συναισθηματικά αδιέξοδα και ενοχές.

Η κα Παρδάλη τονίζει τις ευθύνες της ιατρικής κοινότητας, αλλά και την επιτακτική ανάγκη συνδρομής του οικογενειακού περιβάλλοντος: «Υπάρχει πλέον μία αντίδραση από τις γυναίκες απέναντι στην υπερβολική πίεση που ασκήθηκε στο παρελθόν υπέρ του θηλασμού. Υπήρχαν γυναίκες οι οποίες δεν ήταν έτοιμες, και σε αυτό ευθυνόμαστε όλοι οι επαγγελματίες υγείας. Αν μια γυναίκα δεν έχει προετοιμαστεί σωστά, ο θηλασμός δεν είναι εύκολος, αντίθετα, είναι πάρα πολύ δύσκολος. Παλιότερα, πολλές γυναίκες πιέστηκαν, θεωρώντας ότι αν δεν θηλάσουν, δεν είναι ‘καλές μητέρες’. Η καθημερινότητα σήμερα είναι σκληρή. Το να αφοσιωθείς στον θηλασμό σημαίνει ότι θέλεις ουσιαστική στήριξη κυρίως από τον σύντροφο, ο οποίος πρέπει να αναλάβει κομμάτι της φροντίδας. Στην Ελλάδα είμαστε λίγο πιο παραδοσιακοί. Αν και ο ρόλος των πατεράδων έχει γίνει πιο υποστηρικτικός, δεν έχουμε φτάσει στο σημείο να μην αγωνιά η μητέρα για τη φροντίδα των υπόλοιπων μελών, ούτως ώστε να δοθεί ψυχή τε και σώματι στον θηλασμό, γιατί ο θηλασμός απαιτεί μεγάλη αφοσίωση».

Θηλασμός: Τεράστιο κενό στην φροντίδα της μητέρας και του νεογνού μετά την έξοδο από το μαιευτήριο

Αντίθετα με τις προηγούμενες δεκαετίες, στα μαιευτήρια η κατάσταση έχει βελτιωθεί, χάρη στην πρωτοβουλία «Νοσοκομεία Φιλικά προς τα Βρέφη» (rooming-in). Ωστόσο, η επιστροφή στο σπίτι αποτελεί τη μεγάλη δοκιμασία, πυροδοτώντας το αίσθημα ανεπάρκειας.

Η αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων Αττικής υπογραμμίζει το τεράστιο κενό στην κατ’ οίκον φροντίδα: «Στο εξωτερικό είναι αναβαθμισμένος ο θεσμός της μαίας, η οποία υποχρεωτικά πηγαίνει στο σπίτι της γυναίκας τον πρώτο καιρό για να τη στηρίξει. Εδώ, οι παιδίατροι καλούμαστε να καλύψουμε αυτό το κενό, αλλά λόγω του όγκου εργασίας είναι πρακτικά αδύνατο να επισκεπτόμαστε μια μητέρα καθημερινά τις πρώτες δύο κρίσιμες για τον θηλασμό εβδομάδες. Έτσι, τα προβλήματα αρχίζουν νωρίς: το γάλα μειώνεται, η μητέρα κουράζεται και κάπου πριν τον έκτο μήνα, μόλις μπαίνουν οι στερεές τροφές, αποφασίζει να σταματήσει. Χρειάζεται λοιπόν διαρκής υποστήριξη από ομάδα, ιδανικά με δομές που να παρέχουν κατ’ οίκον επισκέψεις μαιών μετά την έξοδο από το μαιευτήριο», επισημαίνει η κα. Παρδάλη.

«Δεν έχω γάλα»: Μύθος ή αλήθεια;

Σχετικά με τον ευρέως διαδεδομένο ισχυρισμό πολλών γυναικών ότι «δεν είχαν γάλα», ο οποίος συνοδεύεται από τύψεις, η κα Παρδάλη αποδομεί αυτόν τον μύθο, αλλά και την υπερβολή της απόλυτης ικανότητας για θηλασμό: «Είναι ένα συνηθισμένο λάθος, καθώς η παραγωγή γάλακτος είναι ένα αντανακλαστικό που ενεργοποιείται από την κίνηση του μωρού στο στήθος, η οποία προκαλεί την έκκριση προλακτίνης. Ωστόσο, είναι εξίσου μύθος το απόλυτο δόγμα ‘αν θέλεις να θηλάσεις, θα θηλάσεις’, γιατί δεν είναι πάντα εφικτό για όλες. Υπάρχουν γυναίκες με ανατομικές δυσκολίες – αν και αποτελούν τη μειοψηφία, γι’ αυτό άλλωστε τα παλιά χρόνια υπήρχαν οι τροφοί».

Η ανεκτίμητη αξία του μητρικού γάλακτος για όσες μπορούν να το προσφέρουν

Ο επιτυχής θηλασμός προσφέρει στο βρέφος έναν μοναδικό σύμμαχο υγείας, ο οποίος αδυνατεί να αντιγραφεί στο εργαστήριο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε.ΕΛ.ΠΑΙΔ.ΑΤΤ., το μητρικό γάλα είναι στην πραγματικότητα ένας πολύπλοκος μηχανισμός προστασίας:

  • Το μητρικό γάλα περιέχει ολιγοσακχαρίτες που τρέφουν τα «καλά» βακτήρια του εντέρου του βρέφους, χτίζοντας ένα ισχυρό και υγιές μικροβίωμα.
  • Τις πρώτες 1.000 ημέρες ζωής –ένα κρίσιμο «παράθυρο» για την ανάπτυξη του παιδιού– το μικροβίωμα που διαμορφώνεται από το μητρικό γάλα επικοινωνεί διαρκώς με τον εγκέφαλο μέσω ανοσολογικών και νευρικών μηχανισμών (gut-brain axis).
  • Τα βρέφη που θηλάζουν έχουν μικρότερο κίνδυνο σοβαρών λοιμώξεων, γαστρεντερίτιδας και ωτίτιδας, ενώ μακροπρόθεσμα θωρακίζονται απέναντι στην παιδική παχυσαρκία, τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και ορισμένες αλλεργίες.
  • Ο θηλασμός μειώνει στατιστικά τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού και των ωοθηκών, βελτιώνοντας παράλληλα το καρδιαγγειακό και μεταβολικό προφίλ της γυναίκας.

Το κεντρικό μήνυμα της φετινής Παγκόσμιας Εβδομάδας υπογραμμίζει πως ο επιτυχής θηλασμός δεν αποτελεί «αποκλειστικά προσωπική ευθύνη της μητέρας», αλλά απαιτεί ένα συντονισμένο δίχτυ προστασίας από την Πολιτεία, τους εργοδότες και την οικογένεια, για να σταματήσουν οι Ελληνίδες να επιφορτίζονται με άδικα συναισθήματα ενοχών που δεν τους αναλογούν, απενοχοποιώντας τες σε ένα άδικο σύστημα που δεν τις στηρίζει.