Κατά την πιο παραγωγική δεκαετία του, μεταξύ 2012 και 2023, ο Αλέξης Τσίπρας υπήρξε Πρωθυπουργός για μία θητεία και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης για δύο. Ωστόσο, καθ’ όλη αυτή την περίοδο, ηγήθηκε ενός κόμματος με εξαιρετικά περιορισμένη οργανωτική βάση.
Το newsletter του webreporter καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Παρόλο που ο ΣΥΡΙΖΑ, υπό την ηγεσία του, κατέγραψε ποσοστό 36% και 2.245.978 ψηφοφόρους το 2015, ο αριθμός των μελών του κόμματος παρέμεινε στάσιμος, γύρω στις 30.000! Η «μαζική» του παρουσία σε κρίσιμους τομείς όπως ο συνδικαλισμός, η αυτοδιοίκηση και οι φοιτητικές εκλογές, ήταν συχνά οριακή, αγγίζοντας την τελευταία θέση.
Ο χαρακτηρισμός «πρώτη φορά Αριστερά» αποδείχθηκε ένα από τα μεγαλύτερα «fake news» της Μεταπολίτευσης. Η ιδέα ότι ένας στους τρεις Έλληνες μετατράπηκε ξαφνικά σε «αριστερό» είναι αβάσιμη. Το μόνο ουσιαστικό της επίτευγμα ήταν η ανάδειξη του ίδιου του Τσίπρα. Οι παλιοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, εκείνοι που διαμόρφωσε ο Ανδρέας Παπανδρέου ως «συνάντηση» της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας με την ελληνική Κεντροαριστερά, τον «ερωτεύθηκαν, αλλά δεν τον παντρεύτηκαν», όπως θα έλεγε ο Γεώργιος Παπανδρεου. Τον ψήφισαν, αλλά δεν εκδήλωσαν ουσιαστικό ενδιαφέρον για το κόμμα του, αποχωρώντας τελικά απογοητευμένοι. Στο τέλος, ακόμη και ο ίδιος αποχώρησε από την ενεργό πολιτική, δείχνοντας απαξίωση.
Η «Ιθάκη», ως μια εκ των υστέρων και αχρείαστη απόπειρα αυτοδικαίωσης, παρουσιάζει περιορισμένη απήχηση, αν κριθεί από το κοινό που παρακολουθεί τις παρουσιάσεις της.
Οι προτάσεις για rebranding από εξειδικευμένες εταιρείες πολιτικού μάρκετινγκ δεν εγγυώνται μια νέα, πρωταγωνιστική πολιτική καριέρα. Ο «χώρος Τσίπρα», όπως τον χαρακτήρισε ο Νίκος Κοτζιάς, φαίνεται να βρίσκεται σε οριακή κατάσταση. Πέρα από τους προηγούμενους χειρισμούς, η αποδοκιμασία των «Κασσελακικών» και η απομάκρυνση από πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος, τις οποίες ο ίδιος επέλεξε, τον αποδυνάμωσαν.
Στα παλαιά λάθη προστέθηκαν νέα: η αμήχανη «αυτοκριτική», η πόλωση με πρώην υποστηρικτές του στα μέσα ενημέρωσης, και η προσέγγιση κέντρων που υποτίθεται ότι διέφεραν ριζικά από τον ίδιο σε ζητήματα πολιτικής, ιδεολογίας, ταξικής αναφοράς, ηθικής και συμφερόντων. Το πολυαναμενόμενο «Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας» αποτελεί το πρώτο σημάδι για τα χαρακτηριστικά του νέου «κόμματος Τσίπρα». Αν το κείμενο φιλοδοξεί να επιτύχει ό,τι η Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη για τον Ανδρέα Παπανδρέου πριν από 54 χρόνια, έχει αποτύχει. Οι πρώτες αντιδράσεις δείχνουν ότι δεν πείθει, ούτε καν πρόσωπα πολύ κοντά στον Τσίπρα, όπως ο καθηγητής Λιάκος.
Οι επικριτές του κειμένου του αποδίδουν αδυναμίες, κενά, παραλείψεις, και σε κάποιες περιπτώσεις, φλύαρες διαστρεβλώσεις.
Πρώτο: Ήταν μάλλον ατυχής η ανάθεση σε ένα πρόσωπο που, μέχρι πρόσφατα, ήταν επικριτής του Τσίπρα, με περιορισμένο βιογραφικό, να συντονίσει ακαδημαϊκούς, νέους και παλαιότερους. Ανάμεσά τους βρίσκονται και γνωστά ονόματα, όπως ο καθηγητής Μαραντζίδης, υποστηρικτής της θεωρίας «ο Τσίπρας θα χάνει μέχρι να κερδίσει».
Δεύτερο: Η αναζήτηση ιδεολογικού βάθους από ένα κόμμα που επιθυμεί να παρουσιαστεί ως σύγχρονη Αριστερά, με αναφορές στον Ζαν Ζακ Ρουσσώ και τον Μπέρνι Σάντερς, αποκαλύπτει μια επιδερμική αντίληψη των ιδεολογικών και πολιτικών ρευμάτων των δύο τελευταίων αιώνων. Αυτό προκαλεί δυσαρέσκεια στους «διανοούμενους» που έχουν συνδεθεί με τον ΣΥΡΙΖΑ και στην κομματική βάση, την οποία ο Τσίπρας προσπαθεί να συσπειρώσει.
Τρίτο: Με την κυκλοφορία του, το κάρο μπαίνει μπροστά από το άλογο – κυριολεκτικά. Χωρίς την ανακοίνωση ενός κόμματος με όνομα, πολιτικές προτάσεις και οργανωτική δομή, η προβολή ενός θεωρητικού «αχταρμά» με φαινομενικά αριστερή φλυαρία στερείται νοήματος.
Τέταρτο: Η σύγκλιση των τριών ρευμάτων του προηγούμενου αιώνα – Σοσιαλδημοκρατία, ριζοσπαστική Αριστερά, πολιτική Οικολογία – ως πολλαπλασιαστής για τη διαμόρφωση μιας «κυβερνώσας Αριστεράς», παραβλέπει την παρούσα, σχεδόν παρακμιακή, κατάστασή τους.
Η Σοσιαλδημοκρατία δεν εμπνέει, η Οικολογία έχει πολιτικά «εξαερωθεί», και η ριζοσπαστική Αριστερά έχει συρρικνωθεί σε «γκρουπούσκουλα» με μικρή αντιπροσώπευση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου οι συσχετισμοί διαμορφώνονται από τους πολίτες. Ως εκ τούτου, δεν είναι σε θέση να ηγηθεί κινημάτων με ευρεία απήχηση.
Πέμπτο: Το κείμενο επιχειρεί να αναδείξει τις διαχωριστικές γραμμές Δεξιάς-Αριστεράς με ερασιτεχνική τεκμηρίωση, η οποία περιορίζεται σε διαπιστώσεις που παρουσιάζονται ως «ανάλυση» και στην παράθεση συνθημάτων και υποσχέσεων ως μέτρων πολιτικής. Για παράδειγμα, αναφέρεται στον «κόσμο της Εργασίας», αλλά υπόσχεται μόνο την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και της επιθεώρησης Εργασίας, αντί για την αποκατάσταση της εργατικής νομοθεσίας που καταργήθηκε από την τρέχουσα κυβέρνηση. Το Μανιφέστο, με κοινότυπες διατυπώσεις, διαπιστώνει προβλήματα, αδυνατεί να ερμηνεύσει τη δημιουργία τους και εστιάζει στη διανομή του πλούτου, παραβλέποντας τις προϋποθέσεις παραγωγής του.
Ως αποτέλεσμα, η «κυβερνώσα Αριστερά» παρουσιάζεται ως κάτι ανάμεσα σε σεμινάριο, φορέα μεταρρυθμίσεων υπέρ του «δημοσίου συμφέροντος» και εισηγητή νομικών ριζοσπαστισμών. Οι «ρεαλιστικές προτάσεις» συγχέονται με το «όραμα για το μέλλον», συσκευασμένες ως «νέο δίκαιο κοινωνικό συμβόλαιο».
Οι αναφορές στις αιχμές της διεθνούς κρίσης είναι άνισες. Δεν καταδικάζεται η ρωσική εισβολή, ούτε γίνεται καμία αναφορά στο κράτος του Ισραήλ και στον «εγκληματία πολέμου» Νετανιάχου ως υπεύθυνους για τη γενοκτονία στη Γάζα, η οποία επεκτείνεται στον Λίβανο, ενώ ακόμη και εταίροι του Τραμπ εμπλέκονται σε βομβαρδισμούς στο Ιράν.
Ακόμη και οι αναφορές στην κοινοτική Ευρώπη αντιλαμβάνονται την υποχώρησή της τόσο ως αίτιο όσο και ως αποτέλεσμα, αποδίδοντάς τα στην «ανεπάρκεια των ηγεσιών». Συνοπτικά, το πρώτο θεωρητικό κείμενο του «κόμματος Τσίπρα» δεν συλλαμβάνει τα συμφραζόμενα της συγκυρίας και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να προσελκύσει τις ομάδες της κοινωνίας που δρουν ως πρωτοπορίες στις πολιτικές μεταβολές. Πόσο μάλλον να θεμελιώσει την ανάγκη για την εμφάνιση ενός νέου κόμματος, το οποίο παρουσιάζεται διαρκώς στον δημόσιο χώρο με κεντρικό προσδιορισμό το όνομα ενός πολιτικού, που δεν παύει να είναι ένας πρώην.
Ήδη, έχει σπαταλήσει αβασάνιστα μέρος του πολιτικού του κεφαλαίου. Πώς θα συγκροτήσει έναν εμπροσθοβαρή πολιτικό φορέα, όταν δεν το κατάφερε την εποχή της προσωπικής του ακτινοβολίας;
