Εάν θεωρήσουμε το ΠΑΣΟΚ και την -ακόμη εξωκοινοβουλευτική- ΕΛΑΣ ως τις κύριες δυνάμεις της αντιπολίτευσης, τότε οφείλουμε να καταγγείλουμε εμφατικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη για εγκατάλειψη της αστικής αγωγής του. Ακόμη δεν έχει στείλει λουλούδια για τα πανομοιότυπα δώρα που έλαβε από τη Θεσσαλονίκη. Και τα δύο κόμματα –που υποτίθεται διεκδικούν τη θέση της ΝΔ στη διακυβέρνηση– και μάλιστα το καθένα χωριστά, κατάφεραν το ακατόρθωτο: διευκόλυναν τον Πρωθυπουργό, με την ολέθρια πολιτική τους για τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, να φαντάζει ως ο μόνος προσγειωμένος και αξιόπιστος παράγοντας του δημοσίου βίου.
Το επίτευγμά τους προκύπτει από την αμετροέπεια, την πλειοδοσία και τις ψηφοθηρικές υποσχέσεις για παροχές που, σε αυτό το εύρος, καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να υλοποιήσει την επόμενη τετραετία τουλάχιστον. Ο Νίκος Ανδρουλάκης και ο Αλέξης Τσίπρας –για τους υπόλοιπους δεν έχει νόημα να αναφερθούμε– κατέθεσαν στη ΔΕΘ τόση γενναιοδωρία και με τόση ευκολία, που αν τους πάρουμε στα σοβαρά, μόνο η εκλογική νίκη που επιδιώκουν χωρίζει τον ελληνικό λαό από τον παράδεισο.
Αμφότεροι, συγκρουόμενοι για τα ίδια ζητήματα, μίλησαν με αυτοπεποίθηση –περισσότερο υποκριτικοί από τον Μητσοτάκη– σε ενεστώτα χρόνο: «λύνουμε», «καθιερώνουμε», «δίνουμε», «κάνουμε», «ράνουμε»… Σαν να κυβερνούν ήδη, έλυσαν όλα τα προβλήματα της χώρας, της κοινωνίας και των επιμέρους ομάδων της στην οικονομία, την εκπαίδευση, την υγεία, την πρόνοια –ακόμη και την τεχνητή γονιμοποίηση. Όλα δωρεάν. Στη διανομή σκίζουν –την παραγωγή την άφησαν στα ευχολόγια…
Όσον αφορά την ΕΛΑΣ, αυτό είναι αναμενόμενο. Το νέο κόμμα του Τσίπρα εμφανίζεται ως αποτέλεσμα παρθενογένεσης, με –ενίοτε– «σοφιστικέ» προγραμματική γαλαντομία στις εξαγγελίες του. Εναρμονισμένο με τη λογική του αρχηγού, που ζητάει δεύτερη ευκαιρία για… τον λαό. Για το ΠΑΣΟΚ, η κατάσταση είναι διαφορετική. Στον πυρήνα του υπάρχει γνώση και εμπειρία μακράς διακυβέρνησης, με διαφορετικές ηγεσίες και τρεις διαφορετικούς Πρωθυπουργούς. Έχει ιστορική αίσθηση άσκησης αντιπολίτευσης και κυβερνητικής πολιτικής σε όλες τις πιθανές συνθήκες: από την εποχή του «δώσε και σε μένα μπάρμπα» με τις ανέλεγκτες κοινοτικές εισροές –τα «πακέτα» από τις Βρυξέλλες που μπορούσε να διαχειριστεί κατά βούληση– μέχρι τον ρεαλισμό που διέκρινε την πολιτική του μετά το 1993 και τη σκληρή πραγματικότητα της χρεοκοπίας με τα μνημόνια και τον διεθνή οικονομικό έλεγχο.
Θα περίμενε κανείς ότι ο Ανδρουλάκης θα αξιοποιούσε αυτή την εμπειρία ώστε να επωφεληθεί από το διαχρονικό κυβερνητικό προνόμιο απέναντι στον Μητσοτάκη και τον Τσίπρα. Και σε αυτή τη βάση, να αναδείξει το ΠΑΣΟΚ ως περισσότερο πειστική πολιτική δύναμη από τη ΝΔ και να αποδείξει στην ΕΛΑΣ ότι διεκδικεί με περισσότερες αξιώσεις τη δεύτερη θέση. Να εκθέσει τόσο τον απερχόμενο όσο και τον πρώην Πρωθυπουργό, που χορογραφούν –δημοσκοπικά– το περίεργο ταγκό μεταξύ τους. Να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ, από τη φύση του, μπορεί να περιορίσει την απήχηση της Δεξιάς στην κάλπη και να αφήσει τον Τσίπρα να πλανάται, ξανά, ως αιθεροβάμων στον δικό του κόσμο.
Ο ένας ψεύδεται με το κάλπικο ενδιαφέρον του για τους πολλούς, ενώ έχει αποδείξει την προσήλωσή του στην εξυπηρέτηση συμφερόντων των λίγων. Ο άλλος δεν έχει ρίζες στην κοινωνία και ανακυκλώνει τις αυταπάτες του. Μόνο το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αναλάβει βάρη θετικού επιχρωματισμού της μετεκλογικής κατάστασης στη χώρα – χωρίς χίμαιρες.
Μέρες που είναι, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ παρασύρθηκε σε υπερβολές. Η διόρθωση της ρητορικής πανάκειας στη συνέχεια, θα τον ωφελήσει στην κάλπη. Το κόμμα του μπορεί. Αλλά μόνο αυτά που μπορεί…
