Εάν προσπαθήσουμε να κάνουμε μια πολιτική συζήτηση, βασιζόμενοι στα τρέχοντα δημοσκοπικά δεδομένα, η εικόνα του νέου πολιτικού σκηνικού διαμορφώνεται ως εξής:
- Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη κινείται κοντά στο 25%, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. του Αλέξη Τσίπρα στο 15%, και το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής του Νίκου Ανδρουλάκη στο 10%, με την τελευταία να απειλείται από την υποψηφιότητα της Αφροδίτης Καρυστιανού.

Αν λάβουμε υπόψη τις εκτιμήσεις των εταιρειών δημοσκοπήσεων για την «αναγωγή» και την «εκτίμηση ψήφου», ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται να κερδίζει έδαφος προς το 30%, ο Αλέξης Τσίπρας δεν ξεπερνά το ποσοστό που είχε όταν αποχώρησε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, και ο Νίκος Ανδρουλάκης παραμένει κοντά στην επίδοση των εκλογών του 2023.
Βασικά Συμπεράσματα
Λαμβάνοντας υπόψη τις προβλέψεις για τα υπόλοιπα κόμματα που ενδέχεται να εκπροσωπηθούν στην επόμενη Βουλή, προκύπτουν τέσσερα κύρια συμπεράσματα:
Πρώτο. Το κέντρο βάρους του πολιτικού συστήματος εξακολουθεί να κλίνει προς τα δεξιά, όπως εδραιώθηκε το 2023. Η Δημοκρατική Παράταξη, με τον παραδοσιακό της ορισμό, αθροιστικά έχασε την πλειοψηφία, η οποία πέρασε στην ευρύτερη Δεξιά.
Δεύτερο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν απέχει πολύ από την ανανέωση της πρωθυπουργικής του θητείας, πιθανόν ως επικεφαλής κυβέρνησης συνεργασίας, με πιθανούς εταίρους τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά του.
Τρίτο. Ακόμη και αν, για λόγους που θα προκύψουν από τον συσχετισμό δυνάμεων στη Βουλή ή ευρύτερα εντός της Νέας Δημοκρατίας και της συντηρητικής παράταξης, αποκλειστεί ο ίδιος, ο άξονας της νέας κυβέρνησης θα παραμείνει το κόμμα που κυβερνά σήμερα. Η ηγεσία θα προέλθει από τις τάξεις του ή θα εγκριθεί από αυτό.
Τέταρτο. Με βάση τα παραπάνω, η επιδίωξη του Αλέξη Τσίπρα να επιστρέψει στην Πρωθυπουργία από τον επερχόμενο εκλογικό κύκλο, ακόμη και αν αυτός ολοκληρωθεί σε δύο γύρους, καθίσταται μάλλον απίθανη.
Ο Στόχος του Τσίπρα
Αυτό καθιστά αμφίβολη την επιλογή του να μην επιχειρήσει οποιαδήποτε επαφή με όμορες πολιτικές δυνάμεις, και κυρίως με το ΠΑΣΟΚ. Ακόμη και αν υπάρξει ενδιαφέρον από τη Χαριλάου Τρικούπη, μια πρόταση συνεργασίας από την πλευρά τους θα ενισχύσει την αντιπρόταση για συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία. Ωστόσο, οι γνωρίζοντες την πολιτική σκηνή αντιλαμβάνονται ότι η προβολή μιας πιθανής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. έχει περισσότερο ακαδημαϊκό ή προπαγανδιστικό χαρακτήρα. Ο πραγματικός στόχος του Τσίπρα φαίνεται να είναι η εξασφάλιση της δεύτερης θέσης, με προοπτική να εμφανιστεί ως εναλλακτική λύση στις εκλογές του 2031.
Η προηγούμενη πορεία του καθιστά αμφιλεγόμενη αυτή την προσέγγιση, καθώς στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις που κατείχε τον ρόλο της μείζονος αντιπολίτευσης (μετά το 2012 και το 2019), παρά τις καλύτερες προϋποθέσεις, απέτυχε. Στην τρίτη περίπτωση, εγκατέλειψε την ηγεσία.
Το μειονέκτημα για τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., αλλά και για την ευρύτερη Δημοκρατική Παράταξη, είναι ότι μόνο ο πρώην Πρωθυπουργός μπορεί να θεωρηθεί «πρωθυπουργήσιμος» με τα σημερινά δεδομένα. Χωρίς αυτό, η προοπτική εξασθένισης είναι υπαρκτή.
Αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει χαρακτηριστικά «Λερναίας Ύδρας», με περισσότερα από δύο πρόσωπα να διεκδικούν την ηγεσία. Εκτός από τον Νίκο Δένδια, πλέον και ο Κυριάκος Πιερρακάκης, καθώς και άλλα στελέχη του χώρου, έχουν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν την πρωθυπουργία.
Σε κάθε περίπτωση, με τα σημερινά δεδομένα, η πιθανή δεύτερη πρωθυπουργία του Τσίπρα φαίνεται να συνδέεται με την πιθανή τρίτη θητεία του Μητσοτάκη. Εάν ο σημερινός Πρωθυπουργός την εξασφαλίσει, όπως επιδιώκει, είναι πιθανό να παραδώσει τη σκυτάλη σε κάποιον άλλο, προκειμένου να διεκδικήσει ο ίδιος το αξίωμα το 2031 ή αργότερα. Ως «άφθαρτος» και με ευκολία θα μπορούσε να συσπειρώσει τη Συντηρητική παράταξη, ειδικά απέναντι στον Τσίπρα, ο οποίος θα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται ως «μνημονιακός πρωθυπουργός του παρελθόντος» και όχι πλέον ως «νέος». Συνεπώς, στο βάθος, πριν ο Τσίπρας γίνει ξανά Πρωθυπουργός, μπορεί να υπάρξει μια τέταρτη θητεία της Νέας Δημοκρατίας.
Το Στρατηγικό Λάθος
Ένα μειονέκτημα για τον επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. είναι ότι οι δραστηριότητές του εξακολουθούν να προσελκύουν κυρίως μεγαλύτερες ηλικίες και άτομα που προέρχονται από τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ. Με αυτό το δεδομένο, ο ίδιος έχει διαπράξει το δεύτερο στρατηγικό λάθος της σταδιοδρομίας του.
Το πρώτο ήταν μετά το 2015. Όταν απέτυχε να εδραιωθεί στην πολιτική σκηνή ως ο φυσικός ηγέτης της Δημοκρατικής παράταξης που τον ανέβασε στο 36%, επειδή, αφενός, το παρουσίασε ως «πρώτη φορά Αριστερά» και, αφετέρου, ουδέποτε έκλεισε τον προσωπικό λογαριασμό που άνοιξε με τον Πάνο Καμμένο, νωρίτερα από τα εκλογικά αποτελέσματα που κατέστησαν αναγκαία τη «δύσκολη» συνεργασία τους για τη διαμόρφωση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Τώρα, το λάθος έγκειται στην εστίαση της αλλαγής των εκλογικών συσχετισμών αποκλειστικά στο πρόσωπό του, αντί στη διάχυση του πολιτικού του κεφαλαίου. Αυτό θα μπορούσε να συσπειρώσει την εκλογική βάση της Δημοκρατικής παράταξης, ώστε να εμφανιστεί ως φορέας της εναλλακτικής λύσης, όχι μόνο στο «σύστημα Μητσοτάκη» – που κυριαρχεί με ταξική πολιτική και όσα αυτή συνεπάγεται, ακόμη και αθέμιτες πρακτικές – αλλά συνολικά απέναντι στη Δεξιά.
Το ΠΑΣΟΚ
Η απουσία του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής από τα κρίσιμα πολιτικά μέτωπα της τετραετίας που εκπνέει, και η επιλεκτική συνάφεια που διατηρεί με τις εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., έχουν μειώσει το πολιτικό του κεφάλαιο. Κυρίως, ακυρώνουν την ανομολόγητη επιδίωξη να αφομοιώσει τη βάση του ΠΑΣΟΚ, όπως συνέβη το 2012-2019.
Το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως υποκατάσταση του οποίου επιχειρεί να εμφανιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., λόγω του ιστορικού του βάρους, έχει περισσότερες πιθανότητες να ανακάμψει, παρά να απορροφηθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
Όσο η ακτινοβολία του Τσίπρα περιορίζεται σε μια μειοψηφική ζώνη του πολιτικού φάσματος, η αναπαραγωγή της συντηρητικής επικυριαρχίας, είτε με τον Μητσοτάκη είτε με άλλους, θα συνεχίζεται. Αυτό τον βαρύνει λόγω των υπεροπτικών χειρισμών του.
Ομοίως, βαρύνει και τον Νίκο Ανδρουλάκη η άρνησή του το 2023 να συμπράξει με τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., προκειμένου να κλείσει ο κύκλος του «Νεομητσοτακισμού», με εργαλείο την απλή αναλογική και την αναδρομή στα επιτεύγματα της Δημοκρατικής παράταξης μετά το 1981.
Ακόμη και αν ο Τσίπρας εδραιώσει τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., στοχεύοντας αποκλειστικά στην «ανατροπή» του Μητσοτάκη, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να γνωρίζει τις ερωτήσεις, αλλά να του αλλάξουν τις απαντήσεις. Να βρεθεί στην κρίσιμη μελλοντική αναμέτρηση απέναντι σε άλλον διεκδικητή διακυβέρνησης – χωρίς τις σημερινές επιβαρύνσεις – ικανό να προσθέσει μια ακόμη εκλογική νίκη στο σερί της Νέας Δημοκρατίας.
Σε αυτή την περίπτωση, το προσωποπαγές κόμμα που διαμορφώνει σήμερα ο Τσίπρας με αυταρέσκεια, θα αποδειχθεί παρένθεση – όσο και η σημερινή κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
