Ενώ η Ελλάδα θρηνεί ακόμα 6 συμπολίτες μας που έχασαν τη ζωή τους από τον ιό του Δυτικού Νείλου, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων προειδοποιεί για επικείμενη «έκρηξη» κρουσμάτων τις επόμενες εβδομάδες. Σε αυτό το πλαίσιο, ο καθηγητής Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Πέτρος Λυγοξυγκάκης, αναλύει τη διασπορά του ιού και εκφράζει την ανησυχία του για τον κίνδυνο η ασθένεια να καταστεί ενδημική, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρη τη νότια Ευρώπη.
Η φετινή έξαρση του ιού του Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα έχει λάβει σοβαρές διαστάσεις, με διψήφιο αριθμό θανάτων και πάνω από 200 ασθενείς να έχουν εμφανίσει προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Παρόλο που η είσοδος του φθινοπώρου θα ανέμενε μια μείωση των κρουσμάτων, οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες για τη μετάδοση παραμένουν, οδηγώντας σε αναμενόμενη νέα αύξηση.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Όπως τονίζει ο κ. Λυγοξυγκάκης, οι ψεκασμοί, αν και σημαντικό μέτρο αντιμετώπισης, από μόνοι τους δεν επαρκούν. Οι επιστήμονες προτείνουν τη συνεχή επιτήρηση των πληθυσμών των κουνουπιών και των εστιών αναπαραγωγής τους. Ο καθηγητής, του οποίου η έρευνα εστιάζεται στους διαβιβαστές λοιμωδών νοσημάτων, επισημαίνει ότι το κρίσιμο ερώτημα για την επιστημονική κοινότητα είναι η δυνατότητα πρόβλεψης της επόμενης εστίας κουνουπιών, πριν ακόμη εμφανιστεί ανθρώπινο κρούσμα.
Η καταπολέμηση, σύμφωνα με τον ίδιο, πρέπει να ξεκινά μήνες πριν από την εμφάνιση του πρώτου ανθρώπινου κρούσματος, με τον εντοπισμό των περιοχών όπου τα κουνούπια μπορούν να αναπαραχθούν. Η συστηματική παρακολούθηση των εντόμων στην Ελλάδα είναι καίριας σημασίας, καθώς μπορεί να υποδείξει πότε και πού αυξάνεται ο κίνδυνος. Επιπλέον, χρειάζεται να διερευνηθεί εάν ο ιός έχει καταστεί ενδημικός στη χώρα, κάτι που μπορεί να διαπιστωθεί μέσω επιδημιολογικών μελετών και ανίχνευσης αντισωμάτων στον πληθυσμό.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Όσον αφορά την πραγματική έκταση της διασποράς του ιού, ο κ. Λυγοξυγκάκης εξηγεί ότι τα σοβαρά περιστατικά που καταλήγουν στο νοσοκομείο αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό των συνολικών λοιμώξεων. Με δεδομένο ότι περίπου το 80% των λοιμώξεων είναι ασυμπτωματικές και λιγότερο από 1% εξελίσσεται σε σοβαρή νόσο, τα καταγεγραμμένα περιστατικά είναι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «η κορυφή ενός πολύ μεγάλου παγόβουνου».
Γιατί οι ηλικιωμένοι κινδυνεύουν περισσότερο;
Ο μηχανισμός της ανοσολογικής γήρανσης σημαίνει ότι με την πάροδο του χρόνου, τα κύτταρα που είναι υπεύθυνα για την αντιμετώπιση ιώσεων δεν ανανεώνονται επαρκώς. Αυτός είναι ο λόγος που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι παρουσιάζουν αυξημένη ευαισθησία, όχι μόνο στον ιό του Δυτικού Νείλου, αλλά σε όλες τις ιώσεις.
Τα Μοντέλα Πρόβλεψης της Επόμενης Εστίας
Το επόμενο βήμα, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι η μετάβαση από την απλή καταγραφή κρουσμάτων στην πρόβλεψη της επιδημίας. Μαθηματικά μοντέλα, που θα συνδυάζουν δεδομένα για τη θερμοκρασία, τις βροχοπτώσεις, τα στάσιμα νερά, τον πληθυσμό των κουνουπιών, την παρουσία του ιού σε αυτά, προηγούμενα κρούσματα, την ανοσία του πληθυσμού και τις πιθανές δεξαμενές του ιού (όπως τα πτηνά), θα μπορούσαν να υποδείξουν ποιες περιοχές είναι πιο ευάλωτες σε έξαρση, επιτρέποντας την έγκαιρη παρέμβαση. Ο κ. Λυγοξυγκάκης πιστεύει ότι η Ελλάδα διαθέτει το απαραίτητο επιστημονικό δυναμικό και τα μέσα για την ανάπτυξη ενός τέτοιου συστήματος, το οποίο θα είχε ευρύτερη ευρωπαϊκή σημασία, δεδομένου ότι παρόμοιοι κίνδυνοι υφίστανται στην Ιταλία, τη νότια Γαλλία και την Ισπανία.
Χωρίς Εμβόλιο και Ειδικό Φάρμακο
Στο θεραπευτικό πεδίο, οι επιλογές παραμένουν περιορισμένες. Δεν υπάρχει προς το παρόν ειδικό φάρμακο που να μπορεί να αποτρέψει την εξέλιξη της λοίμωξης σε εγκεφαλίτιδα, ούτε διαθέσιμο εμβόλιο για τον γενικό πληθυσμό. Η ανάπτυξη εμβολίου, όταν ο ιός εμφανίζεται σποραδικά και απρόβλεπτα, αποτελεί μια πρόκληση. Ωστόσο, με την πρόοδο της τεχνολογίας mRNA, υπάρχει η δυνατότητα ανάπτυξης ενός εμβολίου με υψηλή προστατευτική ικανότητα στο μέλλον.
Η Προσαρμοστικότητα των Κουνουπιών και οι Μακροπρόθεσμες Επιπτώσεις
Η ικανότητα των κουνουπιών να προσαρμόζονται ακόμη και σε υφάλμυρο νερό αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα με πιθανές αλλαγές στον χάρτη των ασθενειών που μεταδίδονται στην Ευρώπη. Η μελέτη αυτής της προσαρμοστικότητας, είτε ως γενετική αλλαγή που κληρονομείται είτε ως επιγενετική, είναι κρίσιμη. Εάν πρόκειται για γενετική αλλαγή, η επέκταση των κουνουπιών-φορέων θα είναι σημαντική, ιδίως με την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και την εισχώρηση υφάλμυρων νερών στην ενδοχώρα.
Ο Κίνδυνος έως το 2035: Ενδημικότητα στη Νότια Ευρώπη
Εάν η κλιματική αλλαγή δεν αντιμετωπιστεί, η γεωγραφική εξάπλωση των φορέων και οι αλλαγές στη χρήση γης, που φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά σε εστίες παθογόνων, αναμένεται να οδηγήσουν σε αύξηση των ασθενειών. Αυτές, δυστυχώς, θα καταστούν ενδημικές όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρη τη νότια Ευρώπη, διαμορφώνοντας ένα νέο τοπίο για τη δημόσια υγεία. Μέχρι να αναπτυχθούν αποτελεσματικότερα συστήματα πρόβλεψης, η ατομική προστασία παραμένει ζωτικής σημασίας, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους: χρήση μακριών ρούχων, εφαρμογή εντομοαπωθητικών και αποφυγή στάσιμων νερών.
