Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, με βαθιά θλίψη, αποχαιρετά τον σύντροφο Σπύρο Χαλβατζή, έναν κομμουνιστή που για πάνω από 6 δεκαετίες αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις στην υπόθεση του ΚΚΕ, της εργατικής τάξης, και στον αγώνα για τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό.
«Ο σ. Σπύρος Χαλβατζής ανήκε σε εκείνη τη γενιά των κομμουνιστών που η ζωή τους δύσκολα ξεχωρίζει από την ιστορία του ΚΚΕ και του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Μια ζωή δεμένη με το ΚΚΕ και την ΚΝΕ, με τους αγώνες του λαού και της νεολαίας, με τις δύσκολες και όμορφες στιγμές της ταξικής πάλης» τονίζει η ανακοίνωση του κόμματος.
Το newsletter του webreporter καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Ο Σπύρος Χαλβατζής γεννήθηκε το 1947 στην Κοζάνη, σε μια οικογένεια αγωνιστών. Ο πατέρας του, τσαγκάρης, υπήρξε μαχητής του ΕΛΑΣ, γνώρισε τη Μακρόνησο και την εξορία, ενώ η μητέρα του ήταν επίσης μαχήτρια του ΕΛΑΣ και μέλος του ΚΚΕ. Έτσι, από πολύ νεαρή ηλικία, ο Σπύρος βίωσε όχι μόνο τις στερήσεις και τις δυσκολίες μιας λαϊκής οικογένειας, εργαζόμενος ως γουνεργάτης από τα 11 του χρόνια, αλλά και τη βαθύτερη αξία της πάλης για έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση, παρά τις θυσίες που απαιτούσε.
Ακολούθησε αυτόν τον δρόμο, εντασσόμενος το 1962 σε στελέχη της ΕΔΑ στην Καστοριά. Μαζί με άλλους νέους, συγκρότησε την πρώτη ομάδα της νεολαίας της ΕΔΑ στην περιοχή, όπου αργότερα ανέλαβε γραμματέας. Έως τις 21 Απριλίου 1967, διετέλεσε γραμματέας της Νεολαίας Λαμπράκη ν. Καστοριάς. Εκείνη την περίοδο συνελήφθη για πρώτη φορά και εξορίστηκε στη Γυάρο, στο Λακκί της Λέρου και στον Ωρωπό, επιστρέφοντας εκ νέου στη Γυάρο, για να απολυθεί τον Οκτώβριο του 1970.
Τον Φεβρουάριο του 1968, τάχθηκε υπέρ των Αποφάσεων της 12ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, δίνοντας τη μάχη υπεράσπισης του Κόμματος μαζί με πολλούς συντρόφους, ενώ βρισκόταν εξόριστος στο Λακκί της Λέρου. Μετά τη στρατιωτική του θητεία, στις αρχές του 1973, εντάχθηκε στην οργάνωση της Αθήνας, στο Γραφείο Πόλης της ΚΝΕ, και το καλοκαίρι του ίδιου έτους προσλήφθηκε στο Κεντρικό Συμβούλιο (ΚΣ) της ΚΝΕ. Τον Νοέμβριο του 1973, μία εβδομάδα μετά τον ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου, συνελήφθη εκ νέου και εξορίστηκε στη Γυάρο. Μετά την αποφυλάκισή του, εργάστηκε ως εργάτης στον Ασπρόπυργο.
Συμμετείχε στην Α’ Συνδιάσκεψη της ΚΟΑ και εκλέχτηκε μέλος της Επιτροπής Πόλης της ΚΟΑ από τον Ιούνιο του 1975 έως το 1977. Τον Φεβρουάριο του 1975, ανέλαβε καθήκοντα στο Γραφείο του ΚΣ της ΚΝΕ. Στο 10ο Συνέδριο του ΚΚΕ, εκλέχτηκε τακτικό μέλος της ΚΕ, ενώ στο 2ο Συνέδριο της ΚΝΕ ανέλαβε Γραμματέας του ΚΣ, θέση που διατήρησε έως το 1986. Λίγο μετά το 11ο Συνέδριο του ΚΚΕ, εκλέχτηκε μέλος της Γραμματείας της ΚΕ. Στο 12ο Συνέδριο του ΚΚΕ το 1986, εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος του ΠΓ της ΚΕ.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η κρίσιμη μάχη των χρόνων 1989-1991. Ο σύντροφος Σπύρος βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της μάχης για την υπεράσπιση της αυτοτελούς ύπαρξης και του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος, αντιστεκόμενος στην επιχείρηση διάλυσής του από τους οπορτουνιστές. Στο 13ο Συνέδριο του Κόμματος, όπου εκλέχτηκε μέλος της ΚΕ και του ΠΓ, συνέχισε να μάχεται για την υπεράσπιση και διατήρηση του επαναστατικού χαρακτήρα του ΚΚΕ. Επανεκλέχτηκε μέλος της ΚΕ και του ΠΓ στο 14ο, 15ο, 16ο και 17ο Συνέδριο. Στο 18ο Συνέδριο εκλέχτηκε μέλος της ΚΕ.
Στη συνέχεια, ανέλαβε ποικίλα καθήκοντα, στα οποία ανταποκρινόταν με συνέπεια, όπως η προεδρία του ΣΦΕΑ (Σύνδεσμος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών), όπου διετέλεσε και μέλος της διοίκησής του μέχρι σήμερα. Υπήρξε επανειλημμένα βουλευτής του Κόμματος από το 2007 έως το 2014, νομαρχιακός σύμβουλος, καθώς και δημοτικός σύμβουλος Αθήνας, επικεφαλής των συνδυασμών που στήριζε το ΚΚΕ.
Ο σ. Σπύρος συνέγραψε επίσης δύο βιβλία: «Η πορεία της νεολαίας» και «Οι απείθαρχοι. Μια ζωή δοσμένη στον αγώνα», από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. Για τον σ. Σπύρο, η κομμουνιστική ιδιότητα δεν περιοριζόταν στην οργανωμένη δράση, στις ευθύνες και τις μάχες του Κόμματος, αλλά αποτελούσε στάση ζωής. Όπως ο ίδιος έγραφε, «η στάση ζωής του κομμουνιστή είναι ένα μόνιμο στοιχείο στην ποιοτική δουλειά του Κόμματος», που συνεπάγεται «εμπιστοσύνη στην εργατική τάξη και στην ιστορική της αποστολή», εμπιστοσύνη στο εργατικό κίνημα, σεβασμό στους εργαζόμενους, και παράλληλα, σταθερή ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική επαγρύπνηση, χωρίς εφησυχασμό.
Ο σ. Σπύρος βίωσε διώξεις, παρανομία, φυλακές και εξορίες. Έζησε μεγάλες ελπίδες, αλλά και ανατροπές, δύσκολες καμπές και δοκιμασίες, βλέποντας βεβαιότητες μιας εποχής να γκρεμίζονται. Ωστόσο, δεν εγκατέλειψε ποτέ τη θεμελιώδη βεβαιότητα της ζωής του, ότι αυτός ο κόσμος της εκμετάλλευσης δεν είναι αιώνιος. Αυτήν τη βεβαιότητα αφήνει ως παρακαταθήκη στους συντρόφους του, και ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές κομμουνιστών.
Σήμερα, αποχαιρετούμε τον σύντροφό μας με βαθιά θλίψη, αλλά και με περηφάνια για τη ζωή και τη διαδρομή του. Θα μας λείψει η παρουσία του, η πείρα του, η συντροφική του έγνοια. Θα μείνει όμως μαζί μας ό,τι πιο σημαντικό μπορεί να αφήσει πίσω του ένας κομμουνιστής: το παράδειγμα μιας ζωής αφιερωμένης μέχρι τέλους στην υπόθεση για την οποία αγωνίστηκε.
Θα συνεχίσουμε με τη γνώση ότι τίποτα από όσα προσέφεραν οι προηγούμενες γενιές κομμουνιστών δεν πήγε χαμένο. Κάθε φυλακή, κάθε εξορία, κάθε δύσκολη μάχη, κάθε πράξη αντοχής, μικρή ή μεγάλη, έγινε κρίκος μιας αλυσίδας που φτάνει μέχρι σήμερα και προχωράει παραπέρα. Αυτή είναι η δύναμη του ΚΚΕ: η δύναμη μιας μεγάλης συλλογικής υπόθεσης που περνά από γενιά σε γενιά, που έγινε σκοπός ζωής για χιλιάδες ανθρώπους, που άντεξε γιατί στις πιο δύσκολες στιγμές υπήρξαν κομμουνιστές που δεν υποχώρησαν. Ένας από αυτούς ήταν ο σ. Σπύρος, και γι’ αυτό η ζωή του θα παραμείνει συνυφασμένη με την Ιστορία του Κόμματος που υπηρέτησε, με τους αγώνες που έδωσε, με τις γενιές των κομμουνιστών που συνεχίζουν και θα συνεχίζουν.
Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ εκφράζει τα θερμά της συλλυπητήρια στην οικογένεια του, στη σύντροφό του στη ζωή και στον αγώνα, Μαριάνθη, στα δύο του παιδιά, Αλέκο και Πάνο, στα εγγόνια και σε όλους τους οικείους του.
