Παύλος Μαρινάκης: Η αυτοδυναμία ως ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος για σταθερή διακυβέρνηση

«Τόσα έχουμε, τόσα μπορούμε να δώσουμε», τόνισε ο Παύλος Μαρινάκης, σκιαγραφώντας τη δημοσιονομική λογική πίσω από τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ. Αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για περαιτέρω μέτρα, εφόσον προκύψουν επιπλέον έσοδα χωρίς την επιβολή νέων φόρων, χαρακτήρισε την αυτοδυναμία «tον μόνο εφικτό στόχο που οδηγεί σε μία ρεαλιστική διακυβέρνηση» για τη Νέα Δημοκρατία. Ωστόσο, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο κυβέρνησης συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, αν το κόμμα παραμείνει πρώτο χωρίς αυτοδυναμία.

Σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανέφερε ότι η δυνατότητα για μόνιμες παροχές προϋποθέτει α) αύξηση των εσόδων μέσω ανάπτυξης και περιορισμού της φοροδιαφυγής, και β) τήρηση των οροφών δαπανών. «Δύο είναι οι προϋποθέσεις για να δώσεις ό,τι μπορείς παραπάνω με μόνιμο χαρακτήρα: η μία είναι να μαζέψεις τα λεφτά, κάτι που προσπαθούμε να κάνουμε αντιμετωπίζοντας τη φοροδιαφυγή με πολύ μεγαλύτερη επιτυχία από τους προκατόχους μας. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι να μεγαλώνεις την πίτα. Δηλαδή, ενώ μειώνεις τους φόρους, από την ανάπτυξη της οικονομίας, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, να έχεις παραπάνω φορολογικά έσοδα. Και βέβαια, να μην ξεπεράσεις τις οροφές δαπανών», εξήγησε.

Σημείωσε ότι έχουν δημιουργηθεί περίπου 600.000 θέσεις εργασίας, οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί από το 10% στο 17,5% του ΑΕΠ και οι εξαγωγές από το 20% στο 40%, υποστηρίζοντας πως έτσι αυξάνονται τα φορολογικά έσοδα παρά τις μειώσεις φόρων. Τόνισε ότι, μαζί με τις μειώσεις που θα εφαρμοστούν το 2027, έχουν μειωθεί ή καταργηθεί 91 φόροι.

Σε ό,τι αφορά την ακρίβεια, παραδέχθηκε ότι αποτελεί επίμονο πρόβλημα, με ιδιαίτερη πίεση στο κόστος στέγασης, στο σούπερ μάρκετ και στην ενέργεια για τις επιχειρήσεις. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με «χρήματα από εκεί που δεν υπάρχουν».

Για τη μείωση του ΦΠΑ, ανέφερε ότι κάθε μονάδα κοστίζει περίπου 1 δισ. ευρώ και εξήγησε πως, με περιορισμένους πόρους, η κυβέρνηση προτιμά τις μειώσεις άμεσων φόρων, θεωρώντας πως αυτές ενισχύουν περισσότερο τη μεσαία τάξη και τα χαμηλότερα εισοδήματα. Υπενθύμισε ότι έχουν ήδη γίνει 25 μειώσεις συντελεστών ΦΠΑ σε συγκεκριμένες κατηγορίες.

«Κάναμε τη μεγαλύτερη μείωση του φόρου εισοδήματος», τόνισε, εξηγώντας ότι ο φόρος αυτός αφορά τη ζωή των περισσότερων πολιτών: μισθωτούς ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, δημόσιους λειτουργούς, συνταξιούχους και ελεύθερους επαγγελματίες. «Τον πήραμε, προσέξτε, από το 29% που τον παραλάβαμε το 2019, τον είχαμε μειώσει στο 22% και τώρα είναι στο 20%, και αν έχεις ένα παιδί 18, δύο παιδιά 16, τρία παιδιά 0, από 1/1/2027, και πολύτεκνος προφανώς 0», ανέφερε.

Απαντώντας σε συγκρίσεις με την παροχή των 500 ευρώ από την κυβέρνηση Τσίπρα, ανέφερε ότι η σημερινή κυβέρνηση δίνει 400 ευρώ στους συνταξιούχους με μόνιμα χαρακτηριστικά, ενώ παράλληλα έχει μειώσει φόρους, σε αντίθεση με την προηγούμενη κυβέρνηση, την οποία κατηγόρησε ότι αύξησε ή επέβαλε 23 φόρους.

«Μπορούμε μια χαρά να κάνουμε σύγκριση», είπε. «Γιατί εμείς καταργήσαμε ή μειώσαμε 91 φορές φορολογικούς συντελεστές. Και θα πει κανείς, ‘Το είπατε;’ Ναι, αλλά ο Αλέξης Τσίπρας είχε μνημόνιο. Πρώτον, το μνημόνιο «θα το καταργούσε με ένα νόμο και ένα άρθρο». Ξέρετε, οι άνθρωποι στη ζωή μας, είτε είμαστε στην πολιτική, είτε στη δικηγορία ή στη δημοσιογραφία, είμαστε μια οντότητα που γεννιέται, ζει και κάποια στιγμή έρχεται το τέλος της ζωής, που κρίνεται για όλη του τη ζωή. Ο κύριος Τσίπρας διεκδικεί να έχει το μοναδικό προνόμιο, να είναι ο πρώτος πολιτικός που μπορώ να θυμηθώ εγώ, που να έχει δυνατότητα να έχει πολλές ταυτότητες, να ξαναγεννιέται πολιτικά, να λέμε «δεν πειράζει μωρέ, ο αντιμνημονιακός Τσίπρας δεν ήξερε», μετά «ο πρωθυπουργός Τσίπρας δεν πειράζει, πετάει τους συνεργάτες του, αλλά ξαναγεννιέται πολιτικά, δημιουργεί μια νέα ταυτότητα». Όταν ένας άνθρωπος λοιπόν λέει τόσα ψέματα στους τόσους πολλούς, δεν έχει θεωρώ τη δυνατότητα – δικαίωμά του να το ζητάει – να διαγραφούν όλα», ανέφερε.

Για τα επιδόματα, σημείωσε ότι η κυβέρνηση δεν τα απορρίπτει συνολικά, αλλά επιδιώκει να καταστήσει μόνιμες παροχές όπως το επίδομα μητρότητας και τα αναπηρικά επιδόματα. Αντίθετα, εξέφρασε προσωπικά την άποψη ότι το επίδομα ανεργίας θα πρέπει να επανεξεταστεί «από το μηδέν» και, κατά την προσωπική του εκτίμηση, να μην υπερβαίνει τους δύο μήνες, ώστε οι πόροι να κατευθυνθούν στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και στην επιδότηση της εργασίας.

Σε πολιτικό επίπεδο, ο Μαρινάκης επανέλαβε ότι η αυτοδυναμία αποτελεί «tον μόνο εφικτό στόχο που οδηγεί σε μία ρεαλιστική διακυβέρνηση», αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι υπάρχει απόσταση από την επίτευξή της και πως απαιτούνται δουλειά, αποτέλεσμα και ταπεινότητα. Σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας, ανέφερε ότι, εφόσον η ΝΔ είναι πρώτο κόμμα, θα πρέπει να εξαντληθούν τα περιθώρια σχηματισμού κυβέρνησης, προσδιορίζοντας το ΠΑΣΟΚ ως τη μόνη πολιτική δύναμη με την οποία θα μπορούσε να υπάρξει συζήτηση. Επέκρινε, ωστόσο, τη στάση του ΠΑΣΟΚ, λέγοντας ότι έχει αποκλείσει τη συνεργασία με τη ΝΔ, ενώ χαρακτήρισε την προοπτική «kυβέρνησης ηττημένων» «βαθύτατα επιζήμια» και «κωμικοτραγική».

Είπε χαρακτηριστικά: «Αλλά το ΠΑΣΟΚ του κυρίου Ανδρουλάκη, ένα κόμμα το οποίο, λέει το ίδιο, ότι ο κύριος Τσίπρας αντιγράφει το 80% του προγράμματός του, συνυπογράφει πρόταση δυσπιστίας με την Ζωή Κωνσταντοπούλου, καταψηφίζει ή δεν υπερψηφίζει τον υπουργό Οικονομικών που προσπάθησε να κρατήσει την Ελλάδα στην Ευρώπη, τον κύριο Στουρνάρα, και δεν τον ενοχλεί η κυρία Ακρίτα και σε καμία περίπτωση δεν είναι προσωπικό, είναι πολιτικό, καθαρά και στη μία και στην άλλη πλευρά, δεν θα μπορούσα να φανταστώ πως γίνεται να έρθει να συγκυβερνήσει με μας».

Υπογραμμίζοντας ότι η συγκυβέρνηση είναι μια άσκηση για δύο, πρόσθεσε: «Εμείς τι λέμε; Για πολιτικούς λόγους, για λόγους σταθερότητας, ανάπτυξης, γιατί είμαστε η μόνη πολιτική δύναμη που δεν πιστεύει ότι τα λεφτά φυτρώνουν από κάπου. Λέμε στον κόσμο ‘τόσα έχουμε, τόσα μπορούμε να δώσουμε’ και τον κοιτάμε στα μάτια και προσπαθούμε για παραπάνω, ζητάμε αυτοδυναμία. Αλλά δεν λέμε ότι σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας, ‘μακριά από εμάς το ΠΑΣΟΚ’. Το ΠΑΣΟΚ πήρε απόφαση συνεδρίου και είπε ό,τι και να γίνει ήταν η θέση του κύριου Δούκα που έγινε στο τέλος πλειοψηφική θέση».

Για την κριτική περί αλαζονείας στη ΔΕΘ, συμφώνησε ότι οι πολιτικοί οφείλουν να προσέχουν το ύφος και τη συμπεριφορά τους, σημειώνοντας ότι οι ατομικές συμπεριφορές πρέπει να επισημαίνονται, χωρίς όμως να συνιστούν συνολική κυβερνητική εικόνα. Παραδέχθηκε ότι ορισμένες συμπεριφορές τον ενοχλούσαν και στο παρελθόν και πως σήμερα «ενοχλούν εκατό».

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά, αποκλείοντας ουσιαστικά το ενδεχόμενο συνεργασίας μαζί του σε περίπτωση δημιουργίας νέου κόμματος, με δεδομένες τις βαριές επικρίσεις του πρώην πρωθυπουργού κατά της κυβερνητικής πολιτικής. Παράλληλα, αναγνώρισε τη συμβολή του Σαμαρά στις εκλογές του 2023.

«Άρα όταν ο κύριος Σαμαράς κάνει ένα βίντεο και ακυρώνει συνολικά την κυβερνητική πολιτική, από την οικονομία μέχρι την υγεία και από τους ελεύθερους επαγγελματίες μέχρι την εστίαση κι από την εστίαση μέχρι την άμυνα και οτιδήποτε άλλο, τότε μου δημιουργεί μια απορία», τόνισε. «Πώς γίνεται μια κυβέρνηση για τέσσερα χρόνια να μην τα έκανε όλα αυτά λάθος και μέσα σε 2, 3 χρόνια να τα έχει κάνει λάθος; Αυτό όμως είναι κάτι που θα απαντήσει ο κύριος Σαμαράς πολιτικά».

Υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση έχει επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα στην εξωτερική πολιτική και την άμυνα, επικαλούμενος τις συμφωνίες ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο, την επέκταση των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο και τα εξοπλιστικά προγράμματα. Αναφερόμενος στο μεταναστευτικό, τόνισε ότι η κυβέρνηση έχει πετύχει σημαντική βελτίωση, επικαλούμενος τη μείωση των διαμενόντων στις δομές του Βορείου Αιγαίου από περίπου 51.000 το 2019 σε 3.000 σήμερα και τη μείωση των ροών κατά 80%.

Για την πανεπιστημιακή αστυνομία παραδέχθηκε ότι αποτέλεσε «mία από τις μεγαλύτερες αστοχίες» της πρώτης τετραετίας, σημειώνοντας ωστόσο ότι οι αστυνομικοί μετακινήθηκαν σε μάχιμες υπηρεσίες και ότι πλέον οι καταλήψεις αντιμετωπίζονται ταχύτερα.

Σε ό,τι αφορά τη λεγόμενη woke ατζέντα, επεσήμανε ότι ο νόμος για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών δεν έχει σχέση με αυτήν, αλλά ρύθμισε ζητήματα πολιτικού γάμου και υιοθεσίας. Τόνισε ότι «pαραμένουν δύο τα φύλα» και ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει την ύπαρξη πατέρα και μητέρας, ενώ σημείωσε ότι οι οικογένειες με γονείς του ίδιου φύλου είναι νομικά ισότιμες, χωρίς όμως να τις θεωρεί «παραδοσιακή οικογένεια». «Αυτό δεν σημαίνει ότι κουνάω το δάχτυλο», τόνισε. Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι η κυβέρνηση «έπεσε στην παγίδα» να επικεντρωθεί επί μήνες στη συγκεκριμένη συζήτηση και ότι οι υπερβολικές αντιδράσεις γύρω από τον νόμο ενόχλησαν μέρος των παραδοσιακών ψηφοφόρων της ΝΔ.

Για τα ελληνοτουρκικά, ανέφερε ότι παρατηρείται το τελευταίο διάστημα μεγαλύτερη ένταση, αλλά δεν βλέπει αυτή τη στιγμή κίνδυνο μεγάλης κλιμάκωσης. Τόνισε ότι η Ελλάδα είναι «πιο ισχυρή από ποτέ» και υποστήριξε ότι ο διάλογος με την Τουρκία δεν σημαίνει υποχώρηση. Σημείωσε ότι η μόνη διαφορά που αναγνωρίζει η Αθήνα είναι ο καθορισμός ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας βάσει του διεθνούς δικαίου.

«Ναι, περνάμε τώρα μία περίοδο μεγαλύτερης έντασης, αλλά στη μεγάλη της εικόνα η περίοδος αυτή δεν έχει καμία σχέση με αυτό το οποίο ζούσαμε στο προηγούμενο χρονικό διάστημα», είπε. «Από εκεί και πέρα, προσέξτε, εμείς είχαμε, έχουμε και συνεχίζουμε να έχουμε μία και μοναδική εθνική θέση, που την υπηρέτησαν όλοι οι πρωθυπουργοί, την υπηρετεί και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Μία διαφορά έχουμε με την Τουρκία: Τον καθορισμό ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας επί τη βάσει του διεθνούς δικαίου, επί τη διαδικασία του διεθνούς δικαίου και καμία άλλη διαφορά».

Για ενδεχόμενη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στη Νέα Υόρκη είπε ότι δεν περιλαμβάνεται προς το παρόν στο πρόγραμμα του πρωθυπουργού, χωρίς να την αποκλείσει. Παράλληλα, τόνισε ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας με την Τουρκία πρέπει να παραμείνουν ανοιχτοί.

Όσον αφορά τις αιτιάσεις του Α. Σαμαρά, τόνισε: «Όταν μέσα σε 7 χρόνια έχουν γίνει όσα δεν έγιναν συνολικά στις προηγούμενες δεκαετίες, είναι δυνατόν να κατηγορήσει αυτή την κυβέρνηση και μάλιστα σε χρόνια πολέμων, κρίσεων ότι είναι μειοδοτική;»

Για την ακροδεξιά και το ενδεχόμενο συμμετοχής κόμματος υπό τον Ηλία Κασιδιάρη στις επόμενες εκλογές, ανέφερε ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο προβλέπει τη δυνατότητα αποκλεισμού κόμματος από τη Δικαιοσύνη, αλλά υπογράμμισε ότι την τελική απόφαση θα λάβει ο Άρειος Πάγος. Εκτίμησε ότι η καλύτερη πολιτική απάντηση στην ακροδεξιά είναι η αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργούν έδαφος για την άνοδό της, αλλά και η καταπολέμηση της παραπληροφόρησης.

Και τόνισε: «Πάντοτε τα ακραία κόμματα βρίσκουν έδαφος όταν υπάρχουν προβλήματα. Όταν υπάρχει ακρίβεια, όταν υπάρχει ανέχεια. Εμείς πρέπει εκεί να απαντάμε με πολιτικές».

Στο ίδιο πλαίσιο τάχθηκε υπέρ της δυνατότητας άμεσης ταυτοποίησης των χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τις αρμόδιες αρχές, χωρίς κατάργηση της δημόσιας ανωνυμίας. Υποστήριξε ότι η αυστηροποίηση του πλαισίου είναι αναγκαία τόσο για την αντιμετώπιση του τοξικού λόγου όσο και για την προστασία των παιδιών από κινδύνους στο διαδίκτυο.

Τέλος, αναφερόμενος στους νέους και στην απόσταση που αισθάνονται από την πολιτική, σημείωσε ότι μεγάλο μέρος των πολιτικών εμφανίζονται ξένοι προς την καθημερινότητά τους. Ανέφερε ότι οι νεότερες γενιές πληρώνουν τις συνέπειες προηγούμενων κυβερνητικών επιλογών και υποστήριξε ότι ένα πολιτικό όραμα πρέπει να οικοδομηθεί «pάνω στην αλήθεια».

Όπως είπε «αν θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα όραμα για τη νέα γενιά, το βασικό που πρέπει να της πούμε είναι, ότι αυτό πρέπει να χτιστεί πάνω στην αλήθεια».

Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι επιθυμεί να παραμείνει στην πολιτική και ότι θα είναι υποψήφιος στον Βόρειο Τομέα Αθηνών, αλλά τόνισε πως η επαγγελματική του ιδιότητα παραμένει αυτή του δικηγόρου, καθώς «η πολιτική δεν είναι επάγγελμα».