Με αιχμές κατά της αντιπολίτευσης και ένα σαφές μήνυμα ότι η εκλογική αναμέτρηση του 2027 θα διεξαχθεί με επίκεντρο την «Ατζέντα 2030», ο Κωστής Χατζηδάκης παρουσιάζει το πολιτικό σχέδιο της Νέας Δημοκρατίας για την επόμενη μέρα. Σε έναν ξεκάθαρα προεκλογικό τόνο κινείται η ανάρτηση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, ο οποίος ανακοίνωσε ότι αναλαμβάνει, κατόπιν απόφασης του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, τον συντονισμό για τη σύνταξη του νέου κυβερνητικού προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας, γνωστό ως «Ατζέντα 2030».
Ο κ. Χατζηδάκης επισημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα επιδιώξει «ψήφο ευγνωμοσύνης» για την περίοδο διακυβέρνησής της, αλλά «ψήφο ρεαλιστικής ελπίδας και προοπτικής», στοχεύοντας να παρουσιάσει ένα σύγχρονο σχέδιο που θα περιλαμβάνει νέες ιδέες και εφαρμόσιμες λύσεις για τις προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας. Παράλληλα, εξαπολύει σφοδρή επίθεση στην αντιπολίτευση, κατηγορώντας την ότι επιδιώκει να οδηγήσει τις επόμενες εκλογές σε κλίμα ακραίας πόλωσης, τοξικότητας και παροχολογίας. Αναφέρεται σε «ψεκασμένες θεωρίες», υπερβολικές υποσχέσεις και πολιτικές επιλογές που, όπως υποστηρίζει, θα ωθούσαν τη χώρα προς τα πίσω. Στην «Ατζέντα 2030», κεντρική θέση καταλαμβάνει η εστίαση σε μια πιο παραγωγική οικονομία, με έμφαση στην ανταγωνιστικότητα, τη δίκαιη διάχυση του εισοδήματος, τη στήριξη της οικογένειας, την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και της τεχνολογίας, καθώς και την ενίσχυση των ίσων ευκαιριών για τους πολίτες της περιφέρειας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται επίσης στις θεσμικές αλλαγές, προτείνοντας μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης. Αυτές περιλαμβάνουν την τροποποίηση του άρθρου 86 σχετικά με την ευθύνη των υπουργών, τη διαφοροποίηση της διαδικασίας επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, την αύξηση της διαφάνειας στη λειτουργία των κομμάτων και τη συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης στο Δημόσιο, με σύνδεση την άρση της μονιμότητας.
Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών προκλήσεων, η Ελλάδα οφείλει να ενισχύσει την αποτρεπτική της ισχύ, τη διπλωματική της παρουσία και τον ρόλο της ως ενεργειακού και στρατηγικού κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ολοκληρώνοντας, ο Κωστής Χατζηδάκης χαρακτηρίζει το 2030 ως ένα ιστορικό ορόσημο και καλεί σε μια νέα μεταρρυθμιστική πορεία, τονίζοντας ότι η Νέα Δημοκρατία φιλοδοξεί να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών μέσω ενός προγράμματος που βασίζεται στον ρεαλισμό και την προοπτική, σε αντίθεση, όπως υποστηρίζει, με τη δημαγωγία και την τοξικότητα.
Αναλυτικά η ανάρτηση του Κωστή Χατζηδάκη
Η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να μου αναθέσει τον συντονισμό της σύνταξης του κυβερνητικού προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας, της «Ατζέντας 2030», δεν είναι απλώς τιμή. Είναι σημαντική, πρώτον, διότι μου αρέσει να αντιμετωπίζω τις προκλήσεις του μέλλοντος και να μην αναλίσκομαι μόνο σε θέματα καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης. Δεύτερον, διότι το πρόγραμμα της Νέας Δημομοκρατίας, μετά από 7 χρόνια διακυβέρνησης, οφείλει να καταστήσει σαφές σε όλους ότι υπάρχουν, πράγματι, νέες ιδέες και ρεαλιστικές λύσεις, προσαρμοσμένες στις ανάγκες της σημερινής εποχής. Δεν θα διεκδικήσουμε ψήφο ευγνωμοσύνης, αλλά ψήφο ρεαλιστικής ελπίδας και προοπτικής. Και τρίτον, διότι, αν η Νέα Δημοκρατία δεν διαθέτει ένα σύγχρονο και αξιόπιστο πρόγραμμα, φοβάμαι ότι με το σημερινό πολιτικό σκηνικό, δεν θα υπάρχει κανένα κόμμα, με ό,τι αυτό θα συνεπάγεται για τη χώρα μας.
Θέλω να υπογραμμίσω ότι, ενώ εμείς συζητάμε για την Ελλάδα του 2030, η αντιπολίτευση έχει επιλέξει οι επόμενες εκλογές να διεξαχθούν σε κλίμα εμφύλιου «πετροπόλεμου», τοξικότητας και αδιάκοπης παροχολογίας. Άλλοι διαδίδουν «ψεκασμένες θεωρίες». Άλλοι υπόσχονται 20 μισθούς και 25 συντάξεις. Και φτάνουμε στο σημείο να ακούμε έναν πρώην Πρωθυπουργό να δηλώνει υπερήφανα ότι ήταν λάθος του που δεν έκλεισε τις τράπεζες από την πρώτη ημέρα της θητείας του. Ουσιαστικά, προτείνοντας την επιστροφή της χώρας στη νεολιθική εποχή!
Η δική μας απάντηση θα είναι η «Ατζέντα 2030»: Από εδώ και πέρα, έχουμε την υποχρέωση να διατηρήσουμε τα θετικά, να διορθώσουμε τα λάθη και, σε κάθε περίπτωση, να αυξήσουμε την ταχύτητα. Διότι ο κόσμος αλλάζει διαρκώς. Και εντός αυτού του διεθνούς πλαισίου, η κατάρτιση ενός ρεαλιστικού αλλά ταυτόχρονα φιλόδοξου κυβερνητικού προγράμματος δεν αποτελεί απλώς μια κομματική άσκηση. Είναι, πολύ περισσότερο, μια υποχρέωση απέναντι στους Έλληνες πολίτες που δικαιούνται ένα ακόμη καλύτερο μέλλον.
Το πρόγραμμά μας θα εστιάζει σε τρία βασικά σημεία: Στην ανάγκη για μια πιο παραγωγική Ελλάδα, με πιο δίκαιη κατανομή του εισοδήματος. Αν η έμφαση μέχρι τώρα ήταν στη δημοσιονομική σταθερότητα και την προσέλκυση επενδύσεων, από εδώ και στο εξής η εστίαση θα είναι στην παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τις ίσες ευκαιρίες και την ουσιαστική στήριξη όσων πραγματικά έχουν ανάγκη. Με ιδιαίτερη έμφαση στον θεσμό της οικογένειας, καθώς με αυτήν συνδέονται το δημογραφικό πρόβλημα και το στεγαστικό ζήτημα. Στόχος είναι να μπορούμε, εργαζόμενοι εξίσου, να παράγουμε περισσότερα, αξιοποιώντας σύγχρονα τεχνολογικά εργαλεία, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η έρευνα και η τεχνολογία. Και, ταυτόχρονα, να μην ξεχνάμε ποτέ ότι υπάρχουν συμπολίτες μας που έχουν μείνει πίσω, καθώς και παιδιά στην επαρχία, ιδίως σε ορεινές περιοχές και στα νησιά, που αξίζουν ίσες ευκαιρίες με τα παιδιά που ζουν στις πόλεις. Το μονοπώλιο της κοινωνικής ευαισθησίας δεν θα το παραχωρήσουμε σε κανέναν!
Το πρόγραμμά μας θα δίνει, επίσης, μεγάλη σημασία σε ένα πιο σύγχρονο κράτος με διαφανή λειτουργία. Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση μας προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία για θεσμική επανεκκίνηση. Με μεγάλες αλλαγές στο Σύνταγμα: Μεταξύ άλλων, με την αναθεώρηση του άρθρου 86, ώστε οι ευθύνες των πολιτικών να κρίνονται από τη Δικαιοσύνη και όχι από τη Βουλή. Με την επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, απαλλαγμένη από την έως τώρα κρατική παρέμβαση, για μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Με παρεμβάσεις που θα εκσυγχρονίσουν το εκλογικό σύστημα και θα καταστήσουν πιο διαφανή τη λειτουργία των κομμάτων, τόσο στα οικονομικά τους όσο και στην εσωκομματική τους δημοκρατία. Με την εισαγωγή στο Σύνταγμα της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων και τη σύνδεσή της με την άρση της μονιμότητας.
Και, φυσικά, σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών αναταραχών και διεθνούς αβεβαιότητας, η χώρα χρειάζεται να ενισχύσει περαιτέρω την αποτρεπτική της ισχύ, τη διπλωματική της παρουσία και τον ρόλο της ως πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή. Χρειάζεται να αξιοποιήσει τη θέση της ως ενεργειακού κόμβου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, να πρωταγωνιστήσει στα νέα δίκτυα ενέργειας, μεταφορών και δεδομένων, και να διασφαλίσει ότι η φωνή της θα ακούγεται με ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στην Ευρώπη και διεθνώς.
Το 2030 δεν είναι μια τυχαία χρονολογία. Είναι η χρονιά που η πατρίδα μας θα εορτάζει 200 χρόνια από την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν θα φτάσουμε σε αυτό το ιστορικό ορόσημο έχοντας σημειώσει ένα ακόμη μεγάλο βήμα μπροστά, ή αν θα έχουμε χάσει μια ακόμη ευκαιρία, επιβεβαιώνοντας ότι ο μύθος του Σισύφου δεν προέκυψε τυχαία από αυτήν εδώ τη χώρα. Με την πατρίδα μας δεν παίζουμε. Και το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας αποτελεί μια ευκαιρία να αποδείξουμε ότι η πλειοψηφία των πολιτών εναποθέτει δίκαια τις ελπίδες της στη Νέα Δημοκρατία και στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Όχι επειδή δεν έχουμε κάνει λάθη. Αλλά επειδή λέμε λιγότερα από τους άλλους, με στόχο να τα κάνουμε όλα. Επειδή επιμένουμε σε μια σχέση ειλικρίνειας με τους πολίτες. Και επειδή η Νέα Δημοκρατία είναι μια πολιτική δύναμη που, σε συνέργεια με τις διεθνείς, οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις, προσφέρει σύγχρονες και ρεαλιστικές λύσεις, ενώ οι αντίπαλοί μας εκπροσωπούν τη δημαγωγία και την τοξικότητα.
Ξεκινάμε, λοιπόν, τη δουλειά για την Ελλάδα του 2030!
