Νέα μετωπική σύγκρουση αναζωπυρώθηκε στη Βουλή, με αφορμή την ένσταση αντισυνταγματικότητας που κατέθεσε το κόμμα «Πλεύση Ελευθερίας» σε τροπολογία του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η οποία αφορά τις μεταθέσεις προσωπικού στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ). Ο Υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος, ανέβασε τους τόνους, καταγγέλλοντας «σύμπλευση» ολόκληρης της αντιπολίτευσης με την επικεφαλής της «Πλεύσης Ελευθερίας», Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία, ωστόσο, απουσίαζε από την αίθουσα.
«Συμ-Πλεύση» κατά του άρθρου 35
Στο επίκεντρο της νέας πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης βρέθηκε το άρθρο 35 του νομοσχεδίου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, το οποίο αφορά «Θέματα προσωπικού της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών». Πάνω σε αυτό το άρθρο, η «Πλεύση Ελευθερίας» κατέθεσε την ένσταση αντισυνταγματικότητας.
Το συγκεκριμένο άρθρο επιτρέπει τη μετάταξη πολιτικού προσωπικού του δημοσίου τομέα στην ΕΥΠ, υπό προϋποθέσεις και κατόπιν αίτησης, ακόμη και «κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης». Επιπλέον, δίνεται η δυνατότητα δημιουργίας προσωποπαγών θέσεων, εάν δεν υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις, με την απόφαση να λαμβάνεται από το αρμόδιο όργανο της ΕΥΠ, μετά από γνωμοδότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Ο Υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος, επιχείρησε να μετατρέψει την υποστήριξη που παρείχαν, μεταξύ άλλων, το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία και η Νέα Αριστερά στην ένσταση αντισυνταγματικότητας, σε μια συνολική πολιτική επίθεση κατά της αντιπολίτευσης. Υπονοούμενο ήταν ότι η αντιπολίτευση αδυνατεί να βρει «αντιπολιτευτικό βηματισμό» απέναντι στην κυβέρνηση, στο πλαίσιο των διεργασιών και των νέων πολιτικών σχημάτων, και συμμετέχει σε μια συντονισμένη επίθεση με σύνθημα «να φύγει ο Μητσοτάκης».
Παίρνοντας τον λόγο από το βήμα της Ολομέλειας, ο Άκης Σκέρτσος εξαπέλυσε ευθεία επίθεση στην «Πλεύση Ελευθερίας», δηλώνοντας χαρακτηριστικά:
«Το ποσοστό το οποίο πήρε η Πλεύση Ελευθερίας το 2023, αν θυμάμαι καλά, ήταν 3,17%. Ήταν το τελευταίο κόμμα το οποίο μπήκε στη Βουλή. Το κόμμα αυτό έκανε σήμερα μια ένσταση αντισυνταγματικότητας επί ενός άρθρου το οποίο δεν έχει βρει αντισυνταγματικό ούτε η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής ούτε κανείς άλλος. Το βρήκε ωστόσο η Πλεύση Ελευθερίας. Θα περίμενα από κάποιο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης να ορθώσουν ένα ανάστημα και να σκεφτούν με τρόπο ορθολογικό και επιστημονικό και να μην γίνουν ουρά της Πλεύσης Ελευθερίας. Δυστυχώς και η αξιωματική αντιπολίτευση και τα υπόλοιπα κόμματα ΣΥΡΙΖΑ Νέα Αριστερά, ακόμα περισσότερο τα λεγόμενα πατριωτικά κόμματα της δεξιάς πτέρυγας, συντάχθηκαν και ακολούθησαν την Πλεύση Ελευθερίας σε ένα ζήτημα το οποίο θίγει τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας».
Δ. Μάντζος: «Θράσος να μιλάει η ΝΔ για εθνική ασφάλεια»
Παρεμβαίνοντας από το έδρανό του, ο Δημήτρης Μάντζος κατηγόρησε ευθέως την κυβέρνηση ότι «πλήγωσε την εθνική ασφάλεια», επαναλαμβάνοντας τη φράση με ιδιαίτερη ένταση και επιμένοντας ότι η επίκληση της εθνικής ασφάλειας χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά για να δικαιολογηθούν οι παρακολουθήσεις.
«Κακοποιήσατε την εθνική ασφάλεια για να παρακολουθείτε τους ίδιους τους αρχηγούς των Ενόπλων Δυνάμεων, πολιτικούς αντιπάλους, υπουργούς, γενικούς γραμματείς και το μισό κράτος», ανέφερε χαρακτηριστικά, στρέφοντας τα πυρά του προσωπικά προς το Μέγαρο Μαξίμου. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να αποδομήσει πλήρως το κυβερνητικό αφήγημα περί «θεσμικής προστασίας της χώρας», τονίζοντας ότι η υπόθεση των υποκλοπών εξέθεσε διεθνώς την Ελλάδα.
«Και έρχεστε εδώ μέσα να μας κάνετε μαθήματα εθνικής ασφάλειας;» διερωτήθηκε από τα έδρανα της Ολομέλειας, ενώ δεν έκρυψε την οργή του και για την αποχώρηση του υπουργού Επικρατείας Άκη Σκέρτσου κατά τη διάρκεια της ομιλίας του. Σε ιδιαίτερα αιχμηρό τόνο, ο Δημήτρης Μάντζος μίλησε για «δήθεν φιλελεύθερο» και «δήθεν ευρωπαϊστή» πρωθυπουργό, θέτοντας ευθέως ζήτημα πολιτικής και θεσμικής ευθύνης για την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό μετά τις αποκαλύψεις για τις παρακολουθήσεις.
Μάλιστα, απευθυνόμενος προς τα κυβερνητικά έδρανα, αναρωτήθηκε εάν η Νέα Δημοκρατία «αισθάνεται έστω και λίγη ντροπή» για την υπόθεση, καλώντας τα στελέχη της κυβερνητικής παράταξης να τοποθετηθούν «στο όνομα της ιστορικής τους παράταξης».
Τελικά, η ένσταση αντισυνταγματικότητας απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία.
