Προειδοποίηση Οργάνωσης: 4,2 εκατομμύρια άνθρωποι εσωτερικά εκτοπισμένοι έως το 2027 λόγω πολέμων και διωγμών

Πόλεμοι, ένοπλες συγκρούσεις, βίαια επεισόδια και διωγμοί αναμένεται να αναγκάσουν τουλάχιστον 4,2 εκατομμύρια ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους εντός των επόμενων δύο ετών. Αυτή την ανησυχητική εκτίμηση προειδοποιεί το Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες της Δανίας (DRC) στην ετήσια έκθεσή του. Η πρόβλεψη αυτή έρχεται να προστεθεί στα περίπου 117,3 εκατομμύρια άτομα που είναι ήδη εσωτερικά εκτοπισμένοι παγκοσμίως, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη επιδείνωση της ανθρωπιστικής κρίσης.

Η οργάνωση επισημαίνει ότι οι εκτιμήσεις της βασίζονται σε δεδομένα έως τα τέλη του 2025 και δεν λαμβάνουν υπόψη τις συνέπειες του τρέχοντος πολέμου στη Μέση Ανατολή, γεγονός που ενδέχεται να επιδεινώσει περαιτέρω την ήδη δύσκολη κατάσταση.

Η γενική γραμματέας της ΜΚΟ, Σαρλότε Σλέντε, τόνισε ότι οι τρέχουσες εξελίξεις «οδηγούν σε νέους εκτοπισμούς και επιδεινώνουν την ανθρωπιστική κατάσταση». «Υπάρχει ένας οδικός χάρτης που μπορεί να απομακρύνει την περιοχή από το χείλος της αβύσσου: η τρέχουσα κατάπαυση του πυρός πρέπει να μονιμοποιηθεί, και πρέπει να επεκταθεί και στον Λίβανο, όπου ένας στους πέντε κατοίκους έχει εκτοπιστεί εξαναγκαστικά εξαιτίας του πολέμου» ανάμεσα στο Ισραήλ και το σιιτικό κίνημα Χεζμπολάχ. «Οι οικογένειες στον Λίβανο και στο Ιράν πρέπει να μπορέσουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους ειρηνικά», πρόσθεσε.

Η έκθεση καταγράφει επίσης μια αλλαγή στη γεωγραφική κατανομή των εκτοπισμών. Τα φαινόμενα δεν συγκεντρώνονται πλέον σε λίγες μεγάλες κρίσεις, αλλά κατανέμονται σε περισσότερες χώρες. Το 2025, η Μιανμάρ και το Σουδάν αντιπροσώπευαν πάνω από το 50% της αύξησης των εκτοπισμών, ενώ πλέον το ποσοστό αυτό περιορίζεται περίπου στο ένα τέταρτο, γεγονός που φανερώνει τη διεύρυνση των εστιών κρίσης.

Την ίδια στιγμή, οι περικοπές στη διεθνή βοήθεια επιδεινώνουν την κατάσταση των εκτοπισμένων. Στις πέντε χώρες με τους περισσότερους εκτοπισμούς το 2025 (Ουκρανία, Μιανμάρ, Νότιο Σουδάν, Νιγηρία, Μάλι), η χρηματοδότηση των ειρηνευτικών προσπαθειών μειώθηκε κατά μέσο όρο 23% το 2024. Αντίθετα, σε χώρες όπου οι εκτοπισμοί μειώθηκαν (Σομαλία, Σουδάν, Αφγανιστάν, Συρία, ΛΔ Κονγκό), η χρηματοδότηση αυξήθηκε κατά 15%.

Η Σλέντε άσκησε δριμεία κριτική στη διεθνή στάση, υπογραμμίζοντας: «Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται μπροστά σε καταστροφική αποτυχία ως προς την προστασία των πιο ευάλωτων πληθυσμών στον κόσμο», ενώ σημείωσε ότι το 2025 η βία κατά αμάχων αυξήθηκε κατά 14%.

Στο ίδιο πλαίσιο, περιέγραψε τη δραματική καθημερινότητα των πληγέντων: «Για τις οικογένειες που τρέπονται σε φυγή για να σωθούν από τον πόλεμο παίρνοντας μαζί μόνο όσα ρούχα φορούν κι ό,τι μπορούν να μεταφέρουν, ελάχιστη ελπίδα υπάρχει: το δίχτυ της διεθνούς ασφάλειας που υπήρχε άλλοτε έχει γίνει κόσκινο από τις τρύπες, ενώ η ανθρωπιστική βοήθεια μειώνεται».

Η έκθεση καταλήγει ότι οι ανθρωπιστικές οργανώσεις αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες λόγω των μεγάλων περικοπών στη χρηματοδότηση, ιδίως μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω τη δυνατότητα αντιμετώπισης των αυξανόμενων αναγκών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *