Επαναλαμβανόμενα γεωπολιτικά σοκ, αδιάκοπος πληθωρισμός και η σκληρή μάχη για τη διαθέσιμη αποταμίευση, που δίνουν τα χρεωμένα κράτη απέναντι στους τεχνολογικούς κολοσσούς, οδηγούν τα επιτόκια σε εκρηκτική άνοδο. Αυτή η τάση απειλεί τις κυβερνήσεις και τα νοικοκυριά με αλυσιδωτές αρνητικές συνέπειες. Στην αγορά ομολόγων, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια καταγράφουν από τα τέλη Αυγούστου επίπεδα-ρεκόρ.
Στην Ιαπωνία, τα δεκαετή επιτόκια ξεπέρασαν για σύντομο χρονικό διάστημα το συμβολικό όριο του 3%, για πρώτη φορά από το 1996. Στην Ευρώπη, η Γαλλία αναδεικνύεται για τους επενδυτές ως η χώρα της ευρωζώνης με τον μεγαλύτερο κίνδυνο, με το δεκαετές επιτόκιό της να φτάνει σήμερα το 4,21%. Τα επιτόκια στη Γαλλία εξελίσσονται στο υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη της κρίσης του 2008, ενώ στη Γερμανία, το 10ετές γερμανικό ομόλογο (Bund) παρουσίαζε σήμερα το πρωί απόδοση 3,35%, επίπεδο που δεν είχε παρατηρηθεί από το 2011.
Εκτός ευρωζώνης, οι επενδυτές ζητούν από τη Βρετανία μια πριμοδότηση 5,23% για δανεισμό χρημάτων για δέκα χρόνια, περιπλέκοντας σημαντικά τα δεδομένα για τον νέο Εργατικό πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ.
Ποιες είναι οι συνέπειες;
Για τα νοικοκυριά, τα στεγαστικά δάνεια θα γίνουν πιο ακριβά, καθώς “οι τράπεζες αντανακλούν στις κλίμακές τους την επιδείνωση των όρων χρηματοδότησής τους”, όπως υπογραμμίζει η εταιρία μεσιτείας στεγαστικών δανείων Cafpi. Στη Γαλλία, τα μέσα επιτόκια των δανείων αυτών αυξήθηκαν ήδη τον Αύγουστο σε 3,23% για 15 έτη (+0,07 μονάδες σε έναν μήνα), 3,43% για 20 χρόνια (+0,13) και 3,53% για 25 χρόνια (+0,10), σύμφωνα με σημείωμα της Cafpi που δόθηκε στη δημοσιότητα.
Η άνοδος των επιτοκίων θα αυξήσει επίσης το βάρος του χρέους για τα πολύ χρεωμένα κράτη, όπως η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. “Σήμερα, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών πληρώνει περίπου 1,2 με 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως για τους τόκους του χρέους του”, εκτιμά ο Βαλεντέν Μπισά, επικεφαλής οικονομολόγος στην ελβετική τράπεζα Mirabaud.
Στη Γαλλία, η κυβέρνηση αναμένεται να ενσωματώσει το “βάρος του χρέους” στον προϋπολογισμό του 2027, ο οποίος αναμενόταν να ανέλθει σε 64 δισεκατομμύρια ευρώ για το σύνολο του 2026, όπως είχε προβλέψει ο υπουργός Οικονομίας Ρολάν Λεσκίρ στα τέλη Ιουνίου, πριν από την αύξηση από 4% σε 10 χρόνια.
Γιατί συμβαίνει αυτή η αύξηση των επιτοκίων;
Covid το 2020-21, πόλεμος στην Ουκρανία το 2022, εμπορικοί πόλεμοι το 2025, πόλεμος στη Μέση Ανατολή το 2026: οι αγορές ζουν στον ρυθμό “μιας σειράς από σοκ για την προσφορά” που τροφοδοτεί τον πληθωρισμό, τονίζει ο Μπισά. Η αύξηση των τιμών μειώνει την πραγματική αξία των κεφαλαίων. Για την προστασία τους, οι επενδυτές αυξάνουν τα επιτόκια τους, τα οποία εκλαμβάνονται ως “ασφάλιστρο κινδύνου”.
Οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν επίσης τα επιτόκια τους για να μειώσουν τον πληθωρισμό, περιορίζοντας τη δημιουργία χρήματος μέσω της παροχής τραπεζικών πιστώσεων. Οι αγορές ποντάρουν σε νέα αύξηση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) από τον Σεπτέμβριο, κυρίως λόγω του πληθωρισμού στην ευρωζώνη, ο οποίος βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών (3,3% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, έναντι 2,9% τον Ιούλιο).
Οι επενδυτές ποντάρουν επίσης σε αύξηση των επιτοκίων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (FED) από τον Σεπτέμβριο, μετά την ομιλία του προέδρου της, Τζερόμ Πάουελ, ο οποίος επέμεινε στον στόχο του 2% για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, έναντι 3,7% που παρατηρείται αυτή την περίοδο.
Μια επιπλέον εξήγηση για την άνοδο των επιτοκίων στις αγορές ομολόγων είναι ότι “ο ανταγωνισμός για την αποταμίευση επέστρεψε”, υπογράμμιζε στις 27 Αυγούστου ο αναλυτής Φλοριάν Ιελπό, σε σημείωμα προς τους πελάτες της τράπεζας Lombard Odier. “Οι ΗΠΑ δανείζονται περισσότερο, ενώ οι επιχειρήσεις ζητούν από τις αγορές να χρηματοδοτήσουν έναν νέο κύκλο επενδύσεων”, εξηγούσε ο οικονομολόγος, αναφερόμενος στις μεγάλες επενδύσεις των τεχνολογικών κολοσσών στην Τεχνητή Νοημοσύνη. “Με την προσφορά αποταμίευσης να προσαρμόζεται λιγότερο γρήγορα από τη ζήτηση, η τιμή του κεφαλαίου αυξάνεται και γίνεται πιο ασταθής”.
Οι λύσεις
Απέναντι στην αύξηση των επιτοκίων, ο Αμερικανός Υπουργός Οικονομικών, Τζάνετ Γέλεν, εγκαινίασε ένα ενισχυμένο πρόγραμμα μακροπρόθεσμων ομολόγων, με στόχο την προσθήκη ρευστότητας στην αγορά ομολόγων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες στήριξαν επίσης το ιαπωνικό γεν, “ώστε να αποφύγουν το ενδεχόμενο οι Ιάπωνες να πουλήσουν αμερικανικό (μακροπρόθεσμο) χρέος για να στηρίξουν το νόμισμά τους”, εξηγεί ο Μπισά της τράπεζας Mirabaud. Τα αποτελέσματα είναι ανάμεικτα: σήμερα, τα 30ετή κρατικά ομόλογα είχαν απόδοση 5,26%, όχι μακριά από το 5,31%, το υψηλότερο από το 2007, που είχε επιτευχθεί στα μέσα Αυγούστου.
